Το θέατρο του βουνού αποτέλεσε ένα επιπλέον μέσο για να διατηρηθεί το επαναστατικό φρόνημα και να ενδυναμωθεί η ενότητα και η αποφασιστικότητα των ανθρώπων που συμμετείχαν στον αντιστασιακό αγώνα. Η ανάπτυξη του θεάτρου του βουνού ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την αντίσταση κατά των Γερμανών και των συνεργατών τους. Οι παραστάσεις δίνονταν σε ανοιχτούς χώρους ή καταφύγια σε ορεινές περιοχές, μακριά από τις μεγάλες πόλεις, τα κέντρα εξουσίας και τον έλεγχο των κατοχικών δυνάμεων.
Τα έργα που παρουσιάζονταν είχαν έντονα επαναστατικά και πολιτικά χαρακτηριστικά, ενώ τα θέματά τους ήταν συχνά εμπνευσμένα από τις καθημερινές συνθήκες του πολέμου, τη σκληρότητα της Κατοχής, την αντίσταση κατά των κατακτητών, την αλληλεγγύη μεταξύ των Ελλήνων, την καθημερινότητα της ελληνικής υπαίθρου της εποχής, αλλά και τη λαϊκή παράδοση. Τα έργα αυτά ήταν γραμμένα από συγγραφείς, ποιητές και ηθοποιούς που συμμετείχαν στην Εθνική Αντίσταση, καθώς και από αντάρτες/αντάρτισσες που μετέφεραν την εμπειρία τους στην τέχνη του θεάτρου. Οι παραστάσεις δίνονταν σε συνθήκες εξαιρετικής δυσκολίας, με περιορισμένα μέσα, αυτοσχέδια σκηνικά και κοστούμια και τη συμμετοχή ερασιτεχνών αλλά και επαγγελματιών καλλιτεχνών/καλλιτέχνιδων.
Αντιστασιακού περιεχομένου θεατρική και πολιτιστική δραστηριότητα είχε νωρίτερα αναπτυχθεί σε αστικά κέντρα. Το 1942 ιδρύθηκε το Θεατρικό Σπουδαστήριο με επικεφαλής τον Βασίλη Ρώτα και συνεργάτες του στη διοίκηση τους Κώστα Ζαΐμη και Μέμο Μακρή. Στο Σπουδαστήριο, το οποίο συνδεόταν με την Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων [Ε.Π.Ο.Ν.] Αθήνας, δίδαξαν οι Μάρκος Αυγέρης, Γιάννης Τσαρούχης, Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, Βασίλης Ρώτας, Σίμων Καράς και άλλοι/άλλες. Εκτός από την τόνωση του λαϊκού φρονήματος, το Θεατρικό Σπουδαστήριο υπηρετούσε τόσο οργανωτικούς όσο και υλικούς σκοπούς, αφού το αντίτιμο του εισιτηρίου αποδιδόταν στο ταμείο του αγώνα των αντιστασιακών οργανώσεων. Το 1943 αριθμούσε περισσότερους από 500 μαθητές/μαθήτριες και το καλοκαίρι του 1944 συνέχισε τη δράση του με τη μορφή θιάσου ο οποίος έφερε το όνομα Θεατρικός Όμιλος της Ε.Π.Ο.Ν. Θεσσαλίας.
Ένας ακόμη θίασος ο οποίος περιόδευσε στα χωριά της Ηπείρου με ιδιαίτερη απήχηση ήταν ο ερασιτεχνικός θίασος Λαϊκή Σκηνή του Γ. Κοτζιούλα που έδρασε στο πλαίσιο της VIII Μεραρχίας του Ε.Λ.Α.Σ. Ηπείρου - Δυτικής Στερεάς με επικεφαλής τον ποιητή και πεζογράφο, αντάρτη της VIII Μεραρχίας Γιώργο Κοτζιούλα. Ο Κοτζιούλας έγραψε μετά από παρότρυνση συναγωνιστών/συναγωνιστριών του μονόπρακτα θεατρικά έργα (σώζονται 14 θεατρικά κείμενα καθώς και πλούσιο αρχειακό υλικό για τη Λαϊκή Σκηνή) τα οποία παραστάθηκαν από μαχητές/μαχήτριες του Ε.Λ.Α.Σ., κατοίκους των γύρω χωριών και αστικών κέντρων που μετατάχθηκαν από τον εφεδρικό στον μόνιμο Ε.Λ.Α.Σ. γι' αυτό το σκοπό. Η γλώσσα των κειμένων του Κοτζιούλα ήταν απλή και η θεματολογία σχετική με τη ζωή της υπαίθρου και τη δράση των ανταρτών/ανταρτισσών, ώστε το κοινό στο οποίο απευθύνονταν (άνθρωποι που στις περισσότερες περιπτώσεις έβλεπαν θέατρο για πρώτη φορά) να προβληματίζεται και να κινητοποιείται.