Ο φουτουρισμός υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα καλλιτεχνικά κινήματα του μοντερνισμού, με έντονο πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο. Οι εκπρόσωποί του εξύμνησαν τη βιομηχανική πρόοδο, τις μηχανές, την ταχύτητα, τον θόρυβο και τις τεχνολογικές καινοτομίες, απορρίπτοντας τον ακαδημαϊσμό και τους καθιερωμένους πολιτιστικούς θεσμούς, όπως τα μουσεία και τις βιβλιοθήκες. Το κίνημα εκδηλώθηκε σε ποικίλα πεδία της καλλιτεχνικής δημιουργίας, μεταξύ των οποίων η λογοτεχνία, η αρχιτεκτονική, οι εικαστικές και οι παραστατικές τέχνες.
Η απαρχή του κινήματος τοποθετείται στη δημοσίευση του Μανιφέστου του φουτουρισμού [Manifeste du futurisme] στην εφημερίδα Le Figaro στις 20 Φεβρουαρίου 1909. Συντάκτης του ήταν ο Ιταλός ποιητής Filippo Tommaso Marinetti [Φιλίππο Τομμάζο Μαρινέττι], ο οποίος επιδίωξε να θεμελιώσει ένα κίνημα που θα διέκοπτε κάθε δεσμό με το παρελθόν, υμνώντας το μέλλον, τη δύναμη και τη μηχανική ενέργεια. Χαρακτηριστική είναι η διακήρυξή του ότι «Ένα αγωνιστικό αυτοκίνητο […] είναι πιο όμορφο από τη Νίκη της Σαμοθράκης». Στη συνέχεια δημοσιεύτηκαν πολυάριθμα μανιφέστα από τον ίδιο και άλλους καλλιτέχνες, όπως οι Umberto Boccioni [Ουμπέρτο Μποτσιόνι], Luigi Russolo [Λουίτζι Ρούσσολο], Carlo Carrà [Κάρλο Καρρά] και Giacomo Balla [Τζάκομο Μπάλλα]. Σε ιδεολογικό επίπεδο, το κίνημα, επηρεασμένο από τη φιλοσοφία του Friedrich Wilhelm Nietzsche [Φρήντριχ Βίλχελμ Νίτσε], εξύμνησε ήδη από το ιδρυτικό μανιφέστο τον πόλεμο ως «μοναδική υγιεινή του κόσμου» και υποστήριξε την είσοδο της Ιταλίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μεταπολεμικά, ο Marinetti και πολλοί Ιταλοί φουτουριστές συνδέθηκαν με τον φασισμό, γεγονός που αναδεικνύει τις αντιφάσεις του κινήματος.
Στις εικαστικές τέχνες, ο φουτουρισμός απέδωσε την αίσθηση της κίνησης και της ενέργειας μέσω της διάσπασης των μορφών και της ταυτοχρονίας [simultaneità], επηρεασμένος από τον κυβισμό, τη χρονοφωτογραφία του Étienne-Jules Marey [Ετιέν-Ζυλ Μαρέ] και τη φιλοσοφία του Henri Bergson [Ανρί Μπερξόν].
Στις παραστατικές τέχνες, οι φουτουριστικές εσπερίδες [serate futuriste] (1910-1914) υπήρξαν η πρώτη μορφή έκφρασης του κινήματος: πολυμορφικές παραστασιακές εκδηλώσεις που συνδύαζαν ποίηση, μουσική, μανιφέστα και προκλητική αλληλεπίδραση με το κοινό. Στο θέατρο, το κίνημα επιδίωξε την ανατροπή του ρεαλιστικού δράματος μέσα από το συνθετικό θέατρο [teatro sintetico], το οποίο θεωρητικοποιήθηκε το 1915, αποτελούνταν από σύντομες, αιφνιδιαστικές σκηνές και ενθάρρυνε την ενεργό συμμετοχή του κοινού. Οι ηθοποιοί αντιμετωπίζονταν ως εκτελεστές και εκτελέστριες μιας μηχανικής δράσης, ενώ σκηνογράφοι όπως ο Fortunato Depero [Φορτουνάτο Ντεπέρο] και ο Enrico Prampolini [Ενρίκο Πραμπολίνι] (Scenografia e coreografia futurista [Φουτουριστική σκηνογραφία και χορογραφία], 1915) αξιοποίησαν δυναμικά σκηνικά, φωτισμούς και μηχανικά στοιχεία.
Στη μουσική, ο Francesco Balilla Pratella [Φραντσέσκο Μπαλίλλα Πρατέλλα] δημοσίευσε το 1910 το Μανιφέστο των φουτουριστών μουσικών [Manifesto dei musicisti futuristi]. Τρία χρόνια αργότερα, ο Russolo, με το μανιφέστο Η τέχνη των θορύβων [L'arte dei rumori, 1913], υποστήριξε ότι η μουσική όφειλε να ενσωματώσει τους ήχους της βιομηχανικής εποχής και κατασκεύασε, με τον Ugo Piatti [Ούγκο Πιάττι], τα θορυβογόνα [intonarumori], μηχανικά όργανα παραγωγής θορύβων.
Στον χορό, το Μανιφέστο του φουτουριστικού χορού [Manifesto della danza futurista, 1917] του Marinetti πρότεινε έναν ασύμμετρο και μηχανικό τρόπο κίνησης, εμπνευσμένο από τις μηχανές. Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν η σκηνική σύλληψη του Balla για το Feu d'artifice [Πυροτέχνημα, 1917] του Ιγκόρ Στραβίνσκι [Igor Stravinsky], την οποία παρουσίασαν τα Ρωσικά Μπαλέτα στο Teatro Costanzi της Ρώμης, με γεωμετρικούς όγκους και εναλλαγές φωτισμού χωρίς χορευτές και χορεύτριες, καθώς και τα Balli plastici [Πλαστικοί χοροί, 1918] του Depero, όπου πρωταγωνιστούσαν μαριονέτες.
Παράλληλα, αλλά σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από τον ιταλικό, αναπτύχθηκε ο ρωσικός φουτουρισμός, ο οποίος έδωσε έμφαση κυρίως στη γλωσσική και καλλιτεχνική ανανέωση, πειραματιζόμενος με νέες μορφές έκφρασης, όπως η «υπερλογική» γλώσσα [zaum]. Κεντρικές μορφές υπήρξαν ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι [Vladimir Mayakovsky] και ο Βελιμίρ Χλέμπνικωφ [Velimir Khlebnikov], οι οποίοι συνυπέγραψαν το 1912 το μανιφέστο Χαστούκι στο κοινό γούστο [Poshchechina obshchestvennomu vkusu]. Εμβληματικό έργο αποτέλεσε η κυβοφουτουριστική όπερα Νίκη επί του Ηλίου [Pobeda nad Solntsem, 1913] σε λιμπρέτο του Αλεξέι Κρουτσόνιχ [Aleksei Kruchenykh], μουσική του Μιχαήλ Ματιούσιν [Mikhail Matyushin] και σκηνικά-κοστούμια του Καζιμίρ Μαλέβιτς [Kazimir Malevich]. Μετά το 1917, ο ρωσικός φουτουρισμός συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του κονστρουκτιβισμού και επηρέασε άμεσα το θέατρο του Βσέβολοντ Εμίλιεβιτς Μέγιερχολντ [Vsevolod Emilyevich Meyerhold], ο οποίος σκηνοθέτησε το 1918 το Μυστήριο-Μπουφ [Misteriya-buff] του Μαγιακόφσκι.
Η επίδραση του φουτουρισμού υπήρξε αποφασιστική για μεταγενέστερα κινήματα της πρωτοπορίας, όπως ο ντανταϊσμός και ο σουρεαλισμός, ενώ στοιχεία της αισθητικής του εξακολουθούν να διακρίνονται στη γραφιστική, την αρχιτεκτονική, τον κινηματογράφο και τις σύγχρονες παραστατικές τέχνες, ιδίως στην τέχνη της επιτέλεσης.