Στις εννιά η αίθουσα του θεάτρου Βαριετέ ήταν ακόμα άδεια. Λίγα άτομα, στον εξώστη και στην πλατεία, περίμεναν καθισμένα στις βυσσινί βελούδινες πολυθρόνες, στο ημίφως του μισοαναμμένου πολυελαίου. Μία σκιά σκέπαζε τον μεγάλο κόκκινο λεκέ της αυλαίας, ούτε ένας θόρυβος δεν ακουγόταν από τη μεριά της σκηνής, η ράμπα ήταν σκοτεινή, τα αναλόγια των μουσικών διπλωμένα. Ψηλά μονάχα, στην τρίτη γαλαρία, γύρω από τη ροτόντα της οροφής, όπου γυναίκες και γυμνά παιδιά πετούσαν σ' έναν ουρανό πρασινωπό από το φωταέριο, ξεπηδούσαν γέλια και φωνές μέσα από ένα συνεχές σούσουρο, και κεφάλια με σκούφους και τραγιάσκες ξεχώριζαν, σε παράλληλες σειρές, κάτω από τις πλατιές χρυσοποίκιλτες καμάρες. Κάθε τόσο έκανε την εμφάνισή της κάποια βιαστική ταξιθέτρια με εισιτήρια στο χέρι, οδηγώντας στη θέση τους έναν κύριο και μία κυρία. Ο άντρας μ' επίσημο ένδυμα, η γυναίκα λεπτή και στητή, κάθονταν περιφέροντας αργά το βλέμμα τους στο χώρο.
Δύο νεαροί φάνηκαν στην πλατεία. Στάθηκαν όρθιοι κοιτάζοντας γύρω τους:
— Τι σου έλεγα, Εκτόρ; φώναξε ο μεγαλύτερος, ένας ψηλός με μαύρο λεπτό μουστάκι. Ήρθαμε πολύ νωρίς. Μπορούσες να με αφήσεις να τελειώσω το πούρο μου.
Μία ταξιθέτρια που περνούσε από εκεί τους είπε με οικειότητα:
— Ω, κύριε Φωσρύ, θέλουμε τουλάχιστον μισή ώρα για ν' αρχίσει η παράσταση.
— Τότε γιατί γράφουν πως αρχίζει στις εννιά; μουρμούρισε ο Εκτόρ, και στο ισχνό του πρόσωπο ζωγραφίστηκε μία ενοχλημένη έκφραση. Το πρωί η Κλαρίς, που παίζει στο έργο, μου ορκίστηκε πως θα αρχίσουν στις οχτώ ακριβώς.
Σώπασαν για λίγο, σήκωσαν το κεφάλι κι άρχισαν να ψάχνουν στο σκοτάδι των θεωρείων. Όμως η πράσινη ταπετσαρία της επένδυσης τα έκανε ακόμα πιο σκοτεινά. Χαμηλά, τα πρώτα θεωρεία, κάτω από τη γαλαρία, ήταν βυθισμένα σε απόλυτο σκοτάδι. Στις θέσεις του εξώστη υπήρχε μόνο μία χοντρή κυρία, που έγερνε πάνω από το βελούδο της κουπαστής. Δεξιά και αριστερά, ανάμεσα στις ψηλές κολόνες, τα θεωρεία κοντά στη σκηνή ήταν άδεια, καλυμμένα με υφάσματα με μακριά κρόσσια. Η λευκόχρυση αίθουσα, τονισμένη με απαλές πράσινες αποχρώσεις, χανόταν, λες και τη σκέπαζε λεπτή σκόνη, πίσω από τις μικρές φλόγες του μεγάλου κρυστάλλινου πολυελαίου.
— Κατάφερες να κλείσεις ισόγειο θεωρείο για τη Λούσυ; ρώτησε ο Εκτόρ.
— Ναι, απάντησε ο άλλος, δυσκολεύτηκα όμως… Α, αποκλείεται να έρθει νωρίς η Λούσυ!
Έπνιξε ένα ελαφρύ χασμουρητό και μετά, αφού σώπασε για λίγο, είπε:
— Είσαι τυχερός εσύ που δεν έχεις δει ποτέ πρεμιέρα… Η Ξανθή Αφροδίτη θ' αποτελέσει το γεγονός της χρονιάς. Έξι μήνες τώρα μιλάνε γι' αυτήν. Αχ, φίλε μου, όταν θ' ακούσεις τη μουσική! Φοβερή!… Ο Μπορντενάβ, που ξέρει ο άνθρωπος τι κάνει, τη φύλαξε για την Έκθεση!
Στην εναρκτήρια σκηνή του μυθιστορήματος Nana [Νανά] (1880) ο Émile Zola [Εμίλ Ζολά] περιγράφει την αίθουσα του Βαριετέ λίγο πριν από την πρεμιέρα της φανταστικής οπερέττας La Blonde Vénus [Η ξανθή Αφροδίτη], τον Απρίλιο του 1867, τη χρονιά της Παγκόσμιας Έκθεσης του Παρισιού. Η περιγραφή στηρίζεται σε σημειώσεις και κατόψεις που κράτησε ο Ζολά στις 15 Φεβρουαρίου 1878, όταν ο λιμπρετίστας Ludovic Halévy [Λυντοβίκ Αλεβύ] τον συνόδευσε σε παράσταση του θεάτρου και τον ξενάγησε στα παρασκήνια. Η χρυσοποίκιλτη αίθουσα, το μεικτό κοινό, από τη λαϊκή γαλαρία έως τα θεωρεία, και η πρεμιέρα ως κοσμικό γεγονός αποτυπώνουν το Βαριετέ ως κεντρική σκηνή της οπερέττας της Δεύτερης Αυτοκρατορίας.
Ζολά, Ε. (2005). Νανά (Μ. Καρακώστα, Μετ.). Αθήνα: Μεταίχμιο, σσ. 5-6, 540.