«Το μουσειακό θέατρο έχει τις ρίζες του στα υπαίθρια μουσεία που άρχισαν να δημιουργούνται στην Ευρώπη στα τέλη του 19ου αιώνα. Η εξέλιξή του στο χρόνο έχει επηρεαστεί όχι μόνο από την κοινωνική ιστορία και τα κινήματα της νέας μουσειολογίας του 20ού αιώνα, αλλά και από την ανάπτυξη των διεπιστημονικών, εμβυθιστικών και συμμετοχικών πρακτικών της σύγχρονης καλλιτεχνικής πρακτικής. Στη σημερινή «οικονομία της εμπειρίας», το μουσειακό θέατρο αποτελεί σημαντικό μέσο ερμηνείας και διάχυσης της υλικής και άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς στο ευρύτερο πεδίο του πολιτιστικού τουρισμού.
[…] ο όρος μουσειακό θέατρο χρησιμοποιείται σήμερα για να περιγράψει θεατρικές τεχνικές και πρακτικές παραστατικών τεχνών που εφαρμόζονται σε ποικίλα περιβάλλοντα· αναφέρεται σε δραστηριότητες διαμεσολάβησης, επικοινωνίας και ερμηνείας σε χώρους Τέχνης, επιστημονικά κέντρα, ιστορικά σπίτια, αρχαιολογικούς χώρους, βοτανικούς κήπους κ.λπ.»
Το απόσπασμα από τον ιστότοπο του εργαστηρίου δημιουργικής έρευνας Heterotopia τοποθετεί τις απαρχές του μουσειακού θεάτρου στα ευρωπαϊκά υπαίθρια μουσεία του ύστερου 19ου αιώνα. Συνδέει επίσης την εξέλιξή του με τη νέα μουσειολογία και με τις εμβυθιστικές και συμμετοχικές πρακτικές της σύγχρονης τέχνης. Η «οικονομία της εμπειρίας» παραπέμπει στη θεωρία των B. Joseph Pine II [Τζόζεφ Πάιν] και James H. Gilmore [Τζαίημς Γκίλμορ] (1999), σύμφωνα με την οποία η βιωμένη εμπειρία αποτελεί αυτόνομο οικονομικό αγαθό. Το ίδιο φαινόμενο εξηγεί και το εύρος των χώρων όπου εφαρμόζεται σήμερα το μουσειακό θέατρο, από επιστημονικά κέντρα έως αρχαιολογικούς χώρους και βοτανικούς κήπους.
Heterotopia [heterotopia.gr...