Το σχολικό θέατρο είναι από τα παλαιότερα και πιο διαδεδομένα είδη του ερασιτεχνικού θεάτρου, με διπλή υπόσταση, καλλιτεχνική και παιδαγωγική. Στην ιστορία του θεάτρου ο όρος καλύπτει αφενός τη σχολική δραματουργία [Schuldrama] της Αναγέννησης και της Αντιμεταρρύθμισης, δηλαδή έργα γραμμένα ειδικά για να παιχτούν από μαθητές, αφετέρου το σύνολο των παραστάσεων που ανεβαίνουν σήμερα σε σχολεία όλων των βαθμίδων. Το είδος ορίζεται από τρία γνωρίσματα: οι ηθοποιοί είναι μαθητές και μαθήτριες, η προετοιμασία εντάσσεται στη σχολική ζωή και υπηρετεί παιδαγωγικούς σκοπούς, και η διαδικασία καταλήγει σε παράσταση ενώπιον κοινού. Ο προσανατολισμός στην παράσταση διακρίνει το σχολικό θέατρο από το εκπαιδευτικό δράμα, το οποίο αξιοποιεί δραματικές τεχνικές μέσα στην τάξη ως διδακτική μέθοδο. Η ενεργός συμμετοχή των μαθητών και των μαθητριών ως ερμηνευτών το διακρίνει από το θέατρο για παιδιά, όπου επαγγελματίες ηθοποιοί παίζουν για ανήλικο κοινό.
Οι παραστάσεις του σχολικού θεάτρου διοργανώνονται είτε αυτοτελώς είτε στο πλαίσιο σχολικών γιορτών και αποτελούν σημαντικά γεγονότα της σχολικής ζωής, που ανοίγουν το σχολείο στην ευρύτερη κοινότητα. Ως παραστασιακός χώρος χρησιμοποιείται συνήθως η αίθουσα εκδηλώσεων του σχολείου ή, εναλλακτικά, το γυμναστήριο, η αυλή ή μια απλή τάξη. Χρέη σκηνοθέτη/σκηνοθέτριας εκτελεί συνήθως ένας/μία εκπαιδευτικός, ενώ οι μαθητές και οι μαθήτριες συμμετέχουν δημιουργικά ως ηθοποιοί, κειμενογράφοι, σκηνογράφοι και ενδυματολόγοι ή αναλαμβάνουν τον φωτισμό και τη μουσική. Το κείμενο μπορεί να είναι διασκευή προϋπάρχοντος έργου ή πρωτότυπη δραματουργική σύνθεση της ομάδας.
Μέσα από τη θεατρική διαδικασία και την έκθεση στο κοινό, οι μαθητές και οι μαθήτριες κοινωνικοποιούνται, αναπτύσσουν συνεργατικές δεξιότητες, καλλιεργούν το καλλιτεχνικό τους αισθητήριο και γνωρίζουν τις τέχνες που συνυπάρχουν σε μια παράσταση, όπως η λογοτεχνία, η μουσική και οι εικαστικές τέχνες. Η διερεύνηση του ρόλου και η εμβάθυνση σε αυτόν τους προετοιμάζουν επίσης για τους κοινωνικούς ρόλους που θα κληθούν να επιτελέσουν στην ενήλικη ζωή.
Η ιστορία του σχολικού θεάτρου είναι μακρά. Στα ουμανιστικά σχολεία της Αναγέννησης οι μαθητές ερμήνευαν κωμωδίες του Τερεντίου [Publius Terentius Afer] και νέα έργα γραμμένα στα λατινικά, για να ασκηθούν στη γλώσσα και στη ρητορική τέχνη. Η παράδοση αυτή κορυφώθηκε στο ιησουιτικό θέατρο, δηλαδή στα έργα που γράφονταν στα λατινικά για να παιχτούν από τους μαθητές των κολλεγίων του Τάγματος των Ιησουιτών, από το 1551, όταν δόθηκε η πρώτη ιησουιτική παράσταση. Το θέατρο αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της ιησουιτικής εκπαίδευσης: ο κανονισμός σπουδών του Τάγματος [Ratio Studiorum] (1599) ενθάρρυνε την ετήσια θεατρική παραγωγή σε κάθε κολλέγιο, και μέσω των παραστάσεων οι μαθητές διδάσκονταν λατινικά, ρητορική και δραματική τέχνη. Οι παραγωγές διέθεταν εντυπωσιακά σκηνικά, πλούσια κοστούμια και περίτεχνα φωτιστικά εφέ, ενώ τα έργα πρόβαλλαν την αρετή, τη δικαιοσύνη και τη θρησκευτική αφοσίωση. Μόνο τον 17ο αιώνα παίχτηκαν στις ευρωπαϊκές σκηνές τουλάχιστον εκατό χιλιάδες ιησουιτικά έργα. Ως την κατάργηση του Τάγματος (1773), οι παραστάσεις είχαν διαδοθεί σε εκατοντάδες κολλέγια στην Ευρώπη και πέρα από αυτήν, ως μέσο διάδοσης της καθολικής πίστης. Ο πλούτος τους κατέστησε το ιησουιτικό θέατρο σημαντικό αντίπαλο των δημόσιων θεάτρων και επηρέασε καθοριστικά την εξέλιξη της σκηνικής τέχνης.
Στα αγγλικά σχολεία, όπως το Eton College [Κολλέγιο του Ήτον], και στα πανεπιστημιακά κολλέγια, όπως το Christ's College [Κολλέγιο Κράιστς] του Κέιμπριτζ, η θεατρική δραστηριότητα μαρτυρείται ήδη από τον 16ο αιώνα. Τους επόμενους αιώνες εμπλουτίστηκε με επίκεντρο τη δραματουργία του William Shakespeare [Ουίλλιαμ Σαίξπηρ], μέσω της οποίας οι μαθητές ασκούνταν στο θέατρο, στη λογοτεχνία και στη γλώσσα. Στη Γαλλία κεντρική θέση στο σχολικό ρεπερτόριο κατέλαβε ο Μολιέρος [Molière]: οι μαθητές ερμήνευαν τις κωμωδίες χαρακτήρων του για να εμβαθύνουν στη γαλλική γλώσσα, να ασκηθούν στη ρητορική, να οξύνουν την κριτική τους σκέψη και να καλλιεργήσουν το ήθος τους. Με την επέκταση της δημόσιας εκπαίδευσης τον 19ο αιώνα, το θέατρο αναδείχθηκε σε σημαντικό εργαλείο για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας, της ιστορίας και των κοινωνικών αξιών, και σχολεία στη Γερμανία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στη Γαλλία άρχισαν να εντάσσουν θεατρικές παραστάσεις στα προγράμματά τους.
Στον ελληνικό χώρο το σχολικό θέατρο εμφανίστηκε σε πρώιμη μορφή τον 17ο αιώνα, στο πλαίσιο του αιγαιοπελαγίτικου θεάτρου. Στα ιησουιτικά κολλέγια της Νάξου και της Χίου, όπου φοιτούσαν και ορθόδοξοι μαθητές, παρουσιάζονταν θρησκευτικά δράματα στα ελληνικά. Στη Χίο ορθόδοξοι κληρικοί, όπως ο Μιχαήλ Βεστάρχης, απόφοιτος του ιησουιτικού κολλεγίου, μετέφεραν την πρακτική στα ορθόδοξα φροντιστήρια όπου δίδασκαν. Στα χρόνια του Νεοελληνικού Διαφωτισμού ανέπτυξαν θεατρική δραστηριότητα τα ελληνικά σχολεία της Σμύρνης, των Κυδωνιών, της Οδησσού και των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών. Οι παραστάσεις αυτές απέβλεπαν στην καλλιέργεια του πατριωτικού και δημοκρατικού φρονήματος, με απώτερο στόχο την εθνική αφύπνιση και απελευθέρωση. Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους το σχολικό θέατρο διατήρησε τον παιδαγωγικό του χαρακτήρα, ενώ το κέντρο βάρους του μετατοπίστηκε από τη δημοκρατική αγωγή και την ελευθεροφροσύνη στην αρχαιογνωσία.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, η θεμελίωση της βιωματικής μάθησης από τον John Dewey [Τζων Ντιούι] και η παιδαγωγική του Rudolf Steiner [Ρούντολφ Στάινερ] στα σχολεία Waldorf ενίσχυσαν την πεποίθηση ότι το θέατρο συμβάλλει ουσιαστικά στην εκπαίδευση. Στις ΗΠΑ οι θεατρικοί όμιλοι [drama clubs] και η ετήσια παράσταση της τελευταίας τάξης [senior class play] καθιερώθηκαν στα γυμνάσια, ενώ σε ολόκληρη την Ευρώπη οι σχολικοί θεατρικοί όμιλοι πρόσφεραν στους μαθητές και στις μαθήτριες θεσμοθετημένες ευκαιρίες συμμετοχής σε παραστάσεις.
Την ίδια περίοδο στην Ελλάδα, συγγραφείς όπως οι Γεώργιος Κούρτης, Χαρίκλεια Μελανδινού, Γρηγόριος Ξενόπουλος και Φλωρεντία Φουντουκλή έγραψαν θεατρικά έργα, μονολόγους, διαλόγους και μικρές σκηνές για να παιχτούν στο σχολείο, με σκοπό να νουθετήσουν τους μαθητές και τις μαθήτριες μέσα από την ψυχαγωγία και την επαφή με την καλλιτεχνική δημιουργία. Κατά τον Μεσοπόλεμο η Ευφροσύνη Λόντου-Δημητρακοπούλου και η Αντιγόνη Μεταξά έγραψαν θεατρικά έργα για παιδιά, πλάθοντας δραματικούς χαρακτήρες-πρότυπα σύμφωνα με τους κανόνες της καλής αγωγής. Στο πλαίσιο του κινήματος της Νέας Αγωγής, που αναπτύχθηκε την ίδια εποχή, το θέατρο απέκτησε ξεχωριστή θέση στην εγκύκλιο εκπαίδευση, ως μέσο συνεργασίας της ομάδας, προσωπικής καλλιέργειας και απελευθέρωσης της φαντασίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης υπό τη διεύθυνση του Μίλτου Κουντουρά (1927-1930). Ο θεατρικός συγγραφέας και κριτικός Βασίλης Ρώτας δημοσίευσε τον Οδηγό για σχολικές παραστάσεις (1930) και την Εισαγωγή στο θέατρο του σχολείου (1933), για να καθοδηγήσει τους/τις εκπαιδευτικούς στην οργάνωση μιας παράστασης. Με το σχολικό θέατρο συνδέθηκε και ο Κάρολος Κουν [Karolos Koun]. Το γνώρισε ως μαθητής στη Ροβέρτειο Σχολή της Κωνσταντινούπολης και το υπηρέτησε από το 1929 ως καθηγητής αγγλικών στο Κολλέγιο Αθηνών, όπου σκηνοθέτησε πολυάριθμες σχολικές παραστάσεις, μεταξύ των οποίων τους Όρνιθες του Αριστοφάνη (1932).
Από τα μέσα του 20ού αιώνα η θεατρική δραστηριότητα στο σχολείο εδραιώθηκε διεθνώς, με την εισαγωγή ειδικού μαθήματος, τη θεσμοθέτηση των σχολικών παραστάσεων και τη λειτουργία θεατρικών ομίλων. Στην Ελλάδα, στο τέλος της δεκαετίας του 1980, προεδρικά διατάγματα εισήγαγαν την αισθητική αγωγή, που περιλαμβάνει και τη θεατρική αγωγή, ως επίσημο μάθημα στο δημοτικό σχολείο. Διορίστηκαν εκπαιδευτικοί αισθητικής αγωγής, μουσικής, εικαστικών και χορού, και το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο εκπόνησε ειδικά σχολικά εγχειρίδια. Ιδιαίτερη ώθηση έδωσε η ίδρυση των Τμημάτων Θεατρικών Σπουδών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση από το 1989, τα οποία στελεχώνουν τα σχολεία με θεατρολόγους. Στην Κύπρο, το Υπουργείο Παιδείας και ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου (ΘΟΚ) διοργανώνουν από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 φεστιβάλ σχολικού θεάτρου, τα οποία από το 2002 έχουν τη μορφή των Παγκύπριων Σχολικών Αγώνων Θεάτρου.