Η φουτουριστική εσπερίδα [serata futurista] υπήρξε η κατεξοχήν παραστασιακή μορφή του ιταλικού φουτουρισμού και το βασικό εργαλείο προπαγάνδας του. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1910 στο Politeama Rossetti της Τεργέστης, πόλης που ανήκε τότε στην Αυστροουγγαρία, γεγονός που προσέδωσε στη βραδιά έντονα πολιτικό, αλυτρωτικό χαρακτήρα. Ακολούθησαν εσπερίδες στο Μιλάνο, στο Τορίνο, στη Ρώμη, στη Φλωρεντία και σε άλλες ιταλικές πόλεις, με κορύφωση την περίοδο 1913-1914. Ο Filippo Tommaso Marinetti [Φιλίππο Τομμάζο Μαρινέττι] επέλεξε τη θεατρική αίθουσα ως πεδίο δράσης, επειδή το θέατρο αποτελούσε τη δημοφιλέστερη μορφή ψυχαγωγίας στην Ιταλία και εξασφάλιζε άμεση πρόσβαση στο ευρύ κοινό.
Η εσπερίδα συνδύαζε στοιχεία θεατρικής παράστασης, συναυλίας και πολιτικής συγκέντρωσης. Το πρόγραμμα περιλάμβανε εισαγωγική ομιλία του Marinetti, απαγγελία μανιφέστων και ποιημάτων, παρουσίαση πινάκων επί σκηνής και εκτέλεση έργων του Francesco Balilla Pratella [Φραντσέσκο Μπαλίλλα Πρατέλλα]. Από το 1913 εντάχθηκε στο πρόγραμμα η παραστατική απαγγελία των «ελεύθερων λέξεων» [parole in libertà], ενώ τον Απρίλιο του 1914 ο Luigi Russolo [Λουίτζι Ρούσσολο] παρουσίασε στο Teatro Dal Verme του Μιλάνου την πρώτη συναυλία με ορχήστρα θορυβογόνων [intonarumori] του. Το μανιφέστο Το θέατρο βαριετέ [Il teatro di varietà, 1913] θεωρητικοποίησε αυτήν την πρακτική, προβάλλοντας το βαριετέ ως πρότυπο θεάματος που βασίζεται στην ταχύτητα, στην ασυνέχεια, στην ταυτοχρονία των δράσεων και στην άμεση επαφή με την πλατεία.
Η πρόκληση του κοινού αποτελούσε δομικό στοιχείο της εσπερίδας. Ήδη στο Μανιφέστο των φουτουριστών δραματουργών [Manifesto dei drammaturghi futuristi, 1911] ο Marinetti εξήρε την «ηδονή του γιουχαρίσματος» [voluttà d'esser fischiati], θεωρώντας την αποδοκιμασία ένδειξη της ζωτικότητας ενός έργου. Το Θέατρο βαριετέ πρότεινε επιπλέον τεχνάσματα όπως κόλλα στα καθίσματα, σκόνη που προκαλεί φαγούρα και φτάρνισμα και πώληση της ίδιας θέσης σε δέκα άτομα, προτάσεις προγραμματικού χαρακτήρα των οποίων η εφαρμογή δεν τεκμηριώνεται συστηματικά. Η αντίδραση της πλατείας, με εκτόξευση λαχανικών και αντικειμένων, διαπληκτισμούς και συχνά επέμβαση της αστυνομίας, ενσωματωνόταν στο θέαμα και εκλαμβανόταν ως ένδειξη επιτυχίας. Εμβληματική υπήρξε η μεγάλη φουτουριστική εσπερίδα της 12ης Δεκεμβρίου 1913 στο Teatro Verdi της Φλωρεντίας, με τη συμμετοχή των Marinetti, Umberto Boccioni [Ουμπέρτο Μποτσιόνι], Carlo Carrà [Κάρλο Καρρά], Ardengo Soffici [Αρντένγκο Σοφφίτσι], Francesco Cangiullo [Φραντσέσκο Καντζούλλο] και Giovanni Papini [Τζοβάννι Παπίνι]. Η ομιλία του Papini Κατά της παρελθοντολατρικής Φλωρεντίας [Contro Firenze passatista] πυροδότησε γενικευμένο σάλο, ο οποίος έμεινε γνωστός ως «μάχη της Φλωρεντίας» [battaglia di Firenze].
Το 1915 η εμπειρία των εσπερίδων μετασχηματίστηκε στο συνθετικό θέατρο [teatro sintetico], το οποίο θεωρητικοποίησαν οι Marinetti, Emilio Settimelli [Εμίλιο Σεττιμέλλι] και Bruno Corra [Μπρούνο Κόρρα] στο ομώνυμο μανιφέστο. Επαγγελματικοί θίασοι παρουσίασαν σε περιοδεία σύντομες σκηνικές συνθέσεις [sintesi], που καταργούσαν την ψυχολογική εμβάθυνση και την αφηγηματική συνέχεια. Στην Εκπυρσοκρότηση [Detonazione, 1915] του Cangiullo, με υπότιτλο «σύνθεση όλου του μοντέρνου θεάτρου» [sintesi di tutto il teatro moderno], μοναδικό πρόσωπο είναι ένα βλήμα: σε έναν έρημο νυχτερινό δρόμο ακολουθούν ένα λεπτό σιωπής, ένας πυροβολισμός και η αυλαία. Η λογική της εσπερίδας επιβίωσε στο θέατρο της έκπληξης [teatro della sorpresa], το οποίο διακήρυξαν οι Marinetti και Cangiullo το 1921.
Οι φουτουριστικές εσπερίδες επηρέασαν καθοριστικά την ιστορική πρωτοπορία. Στη Ζυρίχη, το Cabaret Voltaire (1916) των Hugo Ball [Χούγκο Μπαλλ] και Emmy Hennings [Έμμυ Χέννινγκς] υιοθέτησε τη σύμπραξη απαγγελίας, μουσικής και πρόκλησης στις ντανταϊστικές δράσεις. Ανάλογες πρακτικές, σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητες, ανέπτυξαν οι Ρώσοι κυβοφουτουριστές Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι [Vladimir Mayakovsky] και Ντάβιντ Μπουρλιούκ [David Burliuk] στις περιοδείες τους το 1913-1914. Η ιστοριογραφία της τέχνης της επιτέλεσης, ήδη από τις μελέτες του Michael Kirby [Μάικλ Κέρμπυ] (1971) και της RoseLee Goldberg [Ρόουζλη Γκόλντμπεργκ] (1979), τοποθετεί τις εσπερίδες στις απαρχές της και αναδεικνύει τη συγγένειά τους με τα χάπενινγκ και το Φλούξους. Σε θεωρητικό επίπεδο, η εσπερίδα εισήγαγε την αντίληψη της παράστασης ως συμβάντος που συγκροτείται από την αλληλεπίδραση επιτελεστών, επιτελεστριών και κοινού, με την πλατεία να παύει να είναι παθητική και να μετατρέπεται σε ενεργό συμμέτοχο.