Το αμερικανικό βωντβίλ διαμορφώθηκε αντλώντας από πολλαπλές παραδόσεις λαϊκού θεάματος. Προγόνους του αποτέλεσαν τα σόου μίνστρελ [minstrel shows], παραστάσεις στις οποίες ηθοποιοί, κατά κανόνα λευκοί, με μαυρισμένο πρόσωπο [blackface] παρουσίαζαν μια κωμική, στερεοτυπική μίμηση της ζωής της αφροαμερικανικής κοινότητας, τα πολυποίκιλα θεάματα του τσίρκου και τα πλωτά θέατρα [showboats] που περιόδευαν κατά μήκος του Μισισιπή. Από τη συνάντηση αυτών των μορφών προέκυψε ένα θέαμα ποικιλιών [variety show] με έντονο ψυχαγωγικό χαρακτήρα.
Μία παράσταση βωντβίλ διαρθρωνόταν σε αυτοτελή νούμερα, διάρκειας πέντε έως δέκα λεπτών το καθένα. Το πρόγραμμα [bill] περιλάμβανε συνήθως οκτώ έως δέκα νούμερα, σε σειρά κλιμακούμενου ενδιαφέροντος, με το κύριο νούμερο [headliner] στην προτελευταία θέση. Κυρίαρχο στοιχείο ήταν η ζωντανή μουσική, ενώ η εναλλαγή ορχηστρικών κομματιών, τραγουδιών, ακροβατικών, παντομίμας, θεατρικών σκετς και εντυπωσιακών χορευτικών συγκροτούσε τα βασικά συστατικά του. Η σπονδυλωτή αυτή δομή, χωρίς ενιαία πλοκή, επέτρεπε την ταχεία εναλλαγή ετερόκλητων ερμηνευτών και ερμηνευτριών και εξασφάλιζε αδιάκοπο ρυθμό.
Οι πρώτες παραστάσεις δίνονταν σε χώρους γνωστούς ως «αίθουσες ποικιλιών» [variety houses] ή «σαλόνια συναυλιών» [concert saloons], οι οποίοι στα πρώτα χρόνια τους θεωρούνταν ανυπόληπτοι: απευθύνονταν σε αμιγώς ανδρικό κοινό και συνδέονταν με το φθηνό αλκοόλ, τα στημένα τυχερά παιχνίδια και την πορνεία. Η κατάσταση άρχισε να μεταβάλλεται στα μέσα του 19ου αιώνα με τα μουσεία-βωντβίλ [vaudeville museums] και τα λαϊκά μουσεία αξιοπερίεργων [Dime Museums], που συνδύαζαν τον εκθεσιακό χαρακτήρα με την ψυχαγωγία και προωθούσαν ένα μοντέλο απαλλαγμένο από την κακόφημη διάστασή του. Πρώτος ο Tony Pastor [Τόνυ Πάστορ], κωμικός τραγουδιστής με θητεία στα σόου μίνστρελ και στο τσίρκο, παρουσίασε το 1881 στο Fourteenth Street Theatre της Νέας Υόρκης ένα «ευυπόληπτο» πρόγραμμα ποικιλιών για ολόκληρη την οικογένεια. Από τη δεκαετία του 1880 οι επιχειρηματίες Benjamin Franklin Keith [Μπέντζαμιν Φράνκλιν Κηθ] και Edward Franklin Albee [Έντουαρντ Φράνκλιν Άλμπη] διέδωσαν τον όρο «βωντβίλ», που απαντούσε ήδη από τη δεκαετία του 1840, και οργάνωσαν το πρώτο κύκλωμα θεάτρων εθνικής κλίμακας.
Το βωντβίλ συνδέθηκε στενά με τον κινηματογράφο: τον Απρίλιο του 1896 η πρώτη δημόσια προβολή του Vitascope πραγματοποιήθηκε στο Koster and Bial's Music Hall της Νέας Υόρκης, αίθουσα βωντβίλ, και για μία δεκαετία οι ταινίες αποτελούσαν νούμερο του προγράμματος. Αργότερα η σχέση αντιστράφηκε και τα νούμερα παρεμβάλλονταν ανάμεσα στις προβολές. Ο ομιλών κινηματογράφος (1927), η διάδοση του ραδιοφώνου και η Μεγάλη Ύφεση σήμαναν την παρακμή του είδους· το 1928 το κύκλωμα Keith-Albee-Orpheum απορροφήθηκε από τη νέα κινηματογραφική εταιρεία RKO. Καλλιτέχνες και καλλιτέχνιδες του βωντβίλ πέρασαν στις επιθεωρήσεις του Μπρόντγουαιη, όπως τα Ziegfeld Follies [Οι τρέλες του Ζίγκφελντ] (1907-1931) του Florenz Ziegfeld [Φλόρεντζ Ζίγκφελντ], στον κινηματογράφο και στο ραδιόφωνο.