Ο ρεαλισμός διαμορφώθηκε ως οργανωμένο καλλιτεχνικό κίνημα στη Γαλλία γύρω στο 1850 και, κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, διαδόθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη, στη Ρωσία και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με ευρύτερη σημασία, ο όρος δηλώνει κάθε καλλιτεχνική τάση που επιδιώκει την πιστή απόδοση της πραγματικότητας, ανεξαρτήτως εποχής. Το κίνημα γεννήθηκε ως αντίδραση στην εξιδανίκευση και στη φυγή προς το παρελθόν και το εξωτικό, που χαρακτήριζαν τον ρομαντισμό. Εμφανίστηκε σε μια περίοδο βαθιών κοινωνικών μεταβολών: η εκβιομηχάνιση, η αστικοποίηση, η άνοδος της αστικής τάξης και οι επαναστάσεις του 1848 έφεραν τα λαϊκά και εργατικά στρώματα στο προσκήνιο της τέχνης. Φιλοσοφικό έρεισμα του κινήματος υπήρξε ο θετικισμός του Auguste Comte [Ωγκύστ Κοντ], σύμφωνα με τον οποίο η γνώση θεμελιώνεται στην παρατήρηση και στην επιστημονική μέθοδο. Η εφεύρεση της φωτογραφίας (1839) καθιέρωσε ένα νέο πρότυπο οπτικής ακρίβειας. Ο καλλιτέχνης και η καλλιτέχνιδα καλούνταν πλέον να παρατηρούν τον σύγχρονο κόσμο με τη νηφαλιότητα του επιστήμονα, χωρίς ωραιοποίηση.
Ο όρος réalisme καθιερώθηκε στη γαλλική κριτική τη δεκαετία του 1850 με αφορμή το έργο του Gustave Courbet [Γκυστάβ Κουρμπέ]. Σε πίνακες όπως οι Les Casseurs de pierres [Οι λιθοθραύστες] (1849) και η Un enterrement à Ornans [Μια κηδεία στο Ορνάν] (1849 – 1850), ο Courbet απέδωσε σε αγρότες και εργάτες τις διαστάσεις και τη βαρύτητα που η ακαδημαϊκή παράδοση επιφύλασσε στην ιστορική ζωγραφική. Όταν το 1855 η επιτροπή της Παγκόσμιας Έκθεσης του Παρισιού απέρριψε δύο από τα μεγάλα έργα του, οργάνωσε δική του έκθεση στο Pavillon du Réalisme [Περίπτερο του Ρεαλισμού] και συνόδευσε τον κατάλογο με κείμενο-μανιφέστο. Θεωρητικοί του κινήματος υπήρξαν ο Champfleury [Σανφλερύ], με τον τόμο Le Réalisme [Ο ρεαλισμός] (1857), και ο Louis Edmond Duranty [Λουί Εντμόν Ντυραντύ], με το ομώνυμο περιοδικό (1856 – 1857). Στο ίδιο πνεύμα ο Jean-François Millet [Ζαν-Φρανσουά Μιλλέ] ζωγράφισε τις Des glaneuses [Οι σταχομαζώχτρες] (1857) και ο Honoré Daumier [Ωνορέ Ντωμιέ] σκηνές της αστικής καθημερινότητας. Στη Γερμανία ο Adolph Menzel [Άντολφ Μέντσελ] απεικόνισε τη βιομηχανική εργασία στο Eisenwalzwerk [Ελασματουργείο] (1872 – 1875). Στη Ρωσία ο Ίλια Ρέπιν [Ilya Repin] αποτύπωσε τη ζωή του λαού στους Μπουρλάκους του Βόλγα [Burlaki na Volge] (1870 – 1873) και εντάχθηκε αργότερα στους «Περιπλανώμενους» [Peredvizhniki], τον κύκλο ζωγράφων που έφερε τη ρεαλιστική τέχνη σε ολόκληρη τη ρωσική επικράτεια με περιοδεύουσες εκθέσεις.
Στη λογοτεχνία προάγγελος υπήρξε η Comédie humaine [Ανθρώπινη κωμωδία] του Honoré de Balzac [Ωνορέ ντε Μπαλζάκ], πανοραμική αποτύπωση της γαλλικής κοινωνίας. Η Madame Bovary [Μαντάμ Μποβαρύ] (1857) του Gustave Flaubert [Γκυστάβ Φλωμπέρ] καθιέρωσε την απρόσωπη αφήγηση και την ακρίβεια της λεπτομέρειας. Η δίκη για προσβολή των χρηστών ηθών που ακολούθησε την έκδοσή της φανέρωσε πόσο προκλητική ήταν η νέα αισθητική. Ο Charles Dickens [Κάρολος Ντίκενς] και η George Eliot [Τζωρτζ Έλιοτ] στην Αγγλία, καθώς και ο Λέων Τολστόι [Lev Tolstoy] στη Ρωσία, ανέδειξαν το μυθιστόρημα σε κυρίαρχο είδος του ρεαλισμού, συνδέοντας την ατομική μοίρα με τις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες.
Στο θέατρο ο ρεαλισμός επιβλήθηκε σταδιακά. Τη δεκαετία του 1850 ο Alexandre Dumas fils [Αλέξανδρος Δουμάς υιός] και ο Émile Augier [Εμίλ Ωζιέ] έφεραν στη σκηνή το χρήμα, τον γάμο και την ηθική της αστικής τάξης μέσα από το έργο με θέση [pièce à thèse], αξιοποιώντας τη σφιχτή δομή του ευποίητου έργου. Η δραματουργία του Henrik Ibsen [Ερρίκος Ίψεν] και του Αντόν Τσέχωφ [Anton Chekhov] ολοκλήρωσε τη μετάβαση, μετατρέποντας τη σκηνή σε πεδίο κριτικής των θεσμών και διερεύνησης του ψυχισμού. Η σκηνική πράξη ακολούθησε την ίδια πορεία. Το κλειστό σκηνικό δωματίου [box set] αντικατέστησε τα ζωγραφιστά παραπετάσματα και ο νοητός τέταρτος τοίχος χώρισε τη σκηνή από την πλατεία. Ο ηλεκτρικός φωτισμός επέτρεψε ακριβέστερο έλεγχο της ατμόσφαιρας, και το 1881 το Savoy Theatre του Λονδίνου έγινε το πρώτο θέατρο που φωτίστηκε αποκλειστικά με ηλεκτρικό ρεύμα. Ο θίασος του Georg II. von Sachsen-Meiningen [Γεώργιος Β΄ του Σαξ-Μάινινγκεν], το Théâtre Libre [Ελεύθερο Θέατρο] του André Antoine [Αντρέ Αντουάν] (1887) και το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας (1898) παγίωσαν τη σκηνοθεσία ως λειτουργία που συντονίζει όλα τα στοιχεία της παράστασης. Το σύστημα Στανισλάφσκι μετέφερε στη συνέχεια το αίτημα της αλήθειας στην υποκριτική.
Στο λυρικό θέατρο ο ρεαλισμός εκφράστηκε τόσο στη θεματολογία όσο και στην ίδια τη μουσική γλώσσα. Η La traviata [Η παραστρατημένη] (1853) του Giuseppe Verdi [Τζουζέππε Βέρντι], βασισμένη στην Κυρία με τις καμέλιες του Δουμά υιού, και η Carmen [Κάρμεν] (1875) του Georges Bizet [Ζωρζ Μπιζέ] έφεραν στη σκηνή σύγχρονα θέματα και πρόσωπα του κοινωνικού περιθωρίου. Στη Ρωσία ο ρεαλισμός διαπέρασε τη μουσική γραφή. Ο Αλεξάντρ Νταργκομίζσκι [Alexander Dargomyzhsky] με την όπερα Πέτρινος επισκέπτης [Kamennyy gost'] (1872) και ο Μοντέστ Μουσόργκσκι [Modest Mussorgsky] με τον Μπορίς Γκοντουνόφ [Boris Godunov] (1874) επιδίωξαν να ακολουθεί η μελωδία τον ρυθμό και τον τονισμό της ομιλίας. Τη δεκαετία του 1890 ο βερισμός αποτέλεσε την ιταλική εκδοχή του ρεαλισμού. Ο χορός, προσανατολισμένος στη μορφή και στο φαντασιακό, έμεινε επί μακρόν έξω από το κίνημα. Ο ρεαλισμός εισήλθε σε αυτόν τον 20ό αιώνα, κυρίως μέσα από το σοβιετικό χορόδραμα [drambalet] του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Χαρακτηριστικά έργα είναι η Κρήνη του Μπαχτσισαράι [Bakhchisarayskiy fontan] (1934) του Ροστισλάβ Ζαχάρωφ [Rostislav Zakharov] και το Ρωμαίος και Ιουλιέτα [Romeo i Dzhulyetta] (1940) του Λεονίντ Λαβρόφσκι [Leonid Lavrovsky].
Ο ρεαλισμός συγχέεται συχνά με τον νατουραλισμό, τη ριζοσπαστική του απόληξη. Ο ρεαλισμός επιλέγει και οργανώνει τα στοιχεία της πραγματικότητας ώστε να αναδείξει μια κοινωνική ή ψυχολογική αλήθεια. Ο νατουραλισμός, τον οποίο θεωρητικοποίησε ο Émile Zola [Εμίλ Ζολά] στο Le Naturalisme au théâtre [Ο νατουραλισμός στο θέατρο] (1881), επιδιώκει μια σχεδόν επιστημονική καταγραφή της «τομής ζωής» [tranche de vie] και αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως προϊόν της κληρονομικότητας και του περιβάλλοντος.
Η θεωρητική συζήτηση για τον ρεαλισμό υπήρξε εκτενής. Ο Erich Auerbach [Έριχ Άουερμπαχ] στο Mimesis [Μίμησις] (1946) παρακολουθεί την αναπαράσταση της πραγματικότητας στη δυτική γραμματεία από τον Όμηρο έως τον 20ό αιώνα και εντοπίζει στον ρεαλισμό του 19ου αιώνα τη σοβαρή απεικόνιση της ζωής των απλών ανθρώπων. Ο György Lukács [Γκέοργκ Λούκατς] υπερασπίστηκε τον ρεαλισμό ως την τέχνη που συλλαμβάνει την κοινωνική ολότητα μέσα από τυπικούς χαρακτήρες. Ο Bertolt Brecht [Μπέρτολτ Μπρεχτ] αντέτεινε, στη διαμάχη τους κατά τη δεκαετία του 1930, ότι ο ρεαλισμός κρίνεται από την ικανότητα να αποκαλύπτει τους κοινωνικούς μηχανισμούς και όχι από την πιστότητα της μορφής. Ο Ρομάν Γιάκομπσον [Roman Jakobson] (1921) και ο Roland Barthes [Ρολάν Μπαρτ], με το "L'effet de réel" ["Το φαινόμενο του πραγματικού"] (1968), ανέδειξαν τον ρεαλισμό σε σύμβαση. Κατά την ανάλυσή τους, η εντύπωση της πραγματικότητας προκύπτει από κώδικες και από λεπτομέρειες που λειτουργούν ως βεβαίωση ότι πρόκειται για το πραγματικό.
Στον ελληνικό χώρο ο ρεαλισμός εκφράστηκε κυρίως μέσα από την ηθογραφία. Στη ζωγραφική, ο Νικηφόρος Λύτρας αποτύπωσε σκηνές της ελληνικής καθημερινότητας, όπως στα Κάλαντα (1872), με την τεχνική της σχολής του Μονάχου. Στη λογοτεχνία, η γενιά του 1880, με τον Γεώργιο Βιζυηνό, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και τον Ανδρέα Καρκαβίτσα, στράφηκε στην ύπαιθρο και στους ανθρώπους της. Στο θέατρο, η Νέα Σκηνή του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου και το Βασιλικό Θέατρο, που ιδρύθηκαν αμφότερα το 1901, εξοικείωσαν το αθηναϊκό κοινό με το ευρωπαϊκό ρεπερτόριο και με μια φυσικότερη υποκριτική. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος και ο Παντελής Χορν καλλιέργησαν το αστικό και κοινωνικό δράμα. Μεταπολεμικά, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης εγκαινίασε μια νέα ρεαλιστική δραματουργία.
Οι αρχές του ρεαλισμού διαπέρασαν ολόκληρο τον 20ό αιώνα μέσα από επιμέρους εκδοχές, όπως ο ψυχολογικός, ο ποιητικός, ο κριτικός και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, και καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τη γλώσσα του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Στη σύγχρονη σκηνή, το θέατρο τεκμηρίωσης και το αυτολεξεί θέατρο [verbatim theatre] αναζητούν την αυθεντικότητα με νέα μέσα, αντλώντας το υλικό τους απευθείας από την πραγματικότητα.