«[...] Η ηθική διαπαιδαγώγηση του κοινού και η μετάπλασή του σε πολίτες [...] διαμεσολαβήθηκε στην τέχνη του 18ου αιώνα και του δεύτερου μισού από τις «οπτικές τεχνολογίες» που το Salon έθεσε σε λειτουργία στο δημόσιο χώρο. Η ίδια η πράξη της έκθεσης και οι ιεραρχίες της όρασης σε λειτουργία κατά τη διαδικασία έκθεσης των έργων έπαιξαν ρυθμιστικό ρόλο όχι μόνο για την υποδοχή των έργων στο Salon, αλλά και για τη δόμηση του θεατή υπό τους όρους τόσο στενά συνυφασμένους με το εγχείρημα του Νεοκλασικισμού και των αρχών του Διαφωτισμού στους οποίους βασίστηκε, δηλαδή την ίδια τη δυνατότητα άσκησης της κρίσης και αισθητικής απόλαυσης κατά τη συνάντηση με τα έργα.
[...] Έτσι, η ηθική διαπαιδαγώγηση των πολιτών μέσω από την καλλιέργεια του βλέμματος με εργαλείο και μέσο τα έργα τέχνης, αλλά και την οπτική τεχνολογία του Salon, προϋπέθετε για το 18ο αιώνα την κατά κυριολεξία ιεράρχηση των έργων και του βλέμματος μέσα από την πράξη και τις αρχές της έκθεσής τους. Το σχήμα των έργων και η θέση τους στο χώρο και στους τοίχους του Salon έπαιζε σημαντικό ρόλο στην καλλιέργεια αυτής της ιεραρχικής όρασης και του ιεραρχημένου βλέμματος, αφού το υψηλότερο σημείο αποτελούσε το χώρο παρουσίασης των σημαντικότερων κατά την κρίση της Ακαδημίας έργων, κάτι το οποίο συνδεόταν και με το μέγεθός τους, δηλαδή το σχήμα και ιδιαίτερες διαστάσεις τους. [...]
Έτσι, [...] η ιεράρχηση αυτή των ειδών καθίστατο διακριτή στους τρόπους έκθεσης των έργων. Στην Ιστορική ζωγραφική ακολουθούσε η προσωπογραφία, και στη συνέχεια η ηθογραφία, η τοπιογραφία και, τέλος, οι νεκρές φύσεις.
Το ζήτημα των ειδών και, άρα, της ένταξης της σύνθεσης σε ένα από αυτά ήταν κρίσιμης σημασίας για την ίδια τη δυνατότητα έκθεσης των έργων στο Salon, αφού η συμβατότητα και ένταξη του υπό κρίση έργου σε μια από αυτές τις κατηγορίες αποτελούσε προαπαιτούμενο για την επιλογή του έργου.»
Το απόσπασμα τοποθετεί την ηθογραφία στην ιεραρχία των ζωγραφικών ειδών του Σαλόν [Salon] της Βασιλικής Ακαδημίας Ζωγραφικής και Γλυπτικής του Παρισιού: τρίτη, μετά την ιστορική ζωγραφική και την προσωπογραφία, και πριν από την τοπιογραφία και τη νεκρή φύση. Η κατάταξη είχε ως κριτήριο την ευγένεια του θέματος, όπως και η κλασικιστική ποιητική, και καθόριζε το ύψος ανάρτησης και το μέγεθος των έργων, αλλά και την ίδια τη δυνατότητα έκθεσής τους. Η ηθογραφία, ως απεικόνιση του καθημερινού βίου, εντάχθηκε έτσι σε ένα σύστημα αξιολογικής ιεράρχησης του βλέμματος, που στο πλαίσιο του νεοκλασσικισμού και του Διαφωτισμού συνδεόταν με την ηθική διαπαιδαγώγηση του κοινού.
Κανιάρη, Α. (2015). Το φαινόμενο του μουσείου και το γεγονός της τέχνης: Το εικαστικό συμβάν και η ιστορία της τέχνης από τα cabinets of curiosities και το Salon στους νέους θεσμούς της τέχνης (σσ. 40–41). Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη.