Η επιθεώρηση πίστας, γνωστή και ως ρεβύ πίστας, άνθησε στην αθηναϊκή νυχτερινή διασκέδαση από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Προέκυψε από τη μεταφορά της θεατρικής επιθεώρησης στο νυχτερινό κέντρο. Διατήρησε τα βασικά δομικά και υφολογικά της γνωρίσματα, αλλά τα ενέταξε σε ένα περιβάλλον όπου η θέαση συνυπήρχε με το φαγητό, το ποτό, τον χορό και την κοινωνική συναναστροφή. Ο ίδιος ο χώρος του κέντρου λειτουργούσε συχνά ως σκηνικό, και τα όρια ανάμεσα σε σκηνή και πλατεία αμβλύνονταν.
Οι καταβολές του είδους ανάγονται στον Μεσοπόλεμο. Στις ευρωπαϊκές πόλεις, η νυχτερινή διασκέδαση εκτός θεάτρου είχε αναπτύξει ποικίλες μορφές, όπως το μιούζικ χωλ, το καφέ-κονσέρ, το καμπαρέ και το ντάνσινγκ. Στην Ελλάδα, η δικτατορία της 4ης Αυγούστου (1936 – 1941) αυστηροποίησε τον προληπτικό έλεγχο των επιθεωρησιακών κειμένων. Πολλοί συγγραφείς και ηθοποιοί, που έβλεπαν τα σατιρικά τους ευρήματα να περικόπτονται, στράφηκαν στα κέντρα διασκέδασης ή εργάζονταν παράλληλα και στους δύο χώρους. Το καθεστώς επέκτεινε νομοθετικά τον έλεγχο και στα κέντρα, χωρίς όμως ανάλογα αποτελέσματα. Μεταπολεμικά, από τα τέλη της δεκαετίας του 1940, τα αθηναϊκά κέντρα παρουσίαζαν σύνθετα προγράμματα με τραγούδι, ακροβατικά, χορευτικά ζευγάρια, μπαλέτα, μιμήσεις, ταχυδακτυλουργούς και κωμικά σκετς. Τα νούμερα τα συνέδεε ο / η κονφερανσιέ, προαναγγέλλοντας τη μεταγενέστερη, πιο συγκροτημένη μορφή του είδους.
Από το 1955 το είδος απέκτησε σαφή θεατρική υπόσταση. Σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής, αφετηρία υπήρξαν οι Νύχτες της Αθήνας στην «Μπλε Αλεπού» (χειμώνας 1955 – 1956), με τον Γιάννη Φλερύ, τη Λίντα Άλμα και την Μπελίντα. Οι παραστάσεις είχαν πλέον συγγραφέα, οργανωμένο κείμενο, ορχήστρα, κομπέρ και κομμέρ, ηθοποιούς, τραγουδιστές και τραγουδίστριες, χορευτές και χορεύτριες, καθώς και στοιχειώδη σκηνικά. Από τη θεατρική επιθεώρηση το είδος κληρονόμησε τη σπονδυλωτή δομή, τη διάκριση σε μέρη και το ομαδικό φινάλε. Ο διάλογος περιορίστηκε αισθητά, γιατί το κοινό έτρωγε, συζητούσε και αντιδρούσε άμεσα, και η έμφαση μετατοπίστηκε στη μουσική και στον χορό. Η θεματολογία παρέμεινε επιθεωρησιακή, με επίκαιρο και συχνά τολμηρό σατιρικό χαρακτήρα.
Η χειμερινή περίοδος διαρκούσε από τις αρχές Οκτωβρίου έως την Κυριακή των Βαΐων και η θερινή από τις αρχές Ιουνίου έως τα τέλη Σεπτεμβρίου. Στις εμπορικά κρίσιμες περιόδους των εορτών και των Απόκρεω, οι παραστάσεις άλλαζαν συχνά τίτλο ή περιεχόμενο. Το πρόγραμμα άρχιζε περί τις 22:00 με την είσοδο του κομπέρ ή της κομμέρ. Περιλάμβανε δημοτικούς χορούς, ιδίως στα κέντρα της Πλάκας με τουριστικό κοινό, τραγούδια και χορευτικά λαϊκού και μοντέρνου ύφους και κωμικές σκηνές. Η επιθεωρησιακή ενότητα διαρκούσε περίπου δύο ώρες και έκλεινε με ομαδικό φινάλε. Ακολουθούσε το λαϊκό πρόγραμμα με μπουζούκι έως το πρωί. Τα κείμενα υπέγραφαν επιθεωρησιογράφοι όπως ο Μίμης Τραϊφόρος, ο Πυθαγόρας, ο Γιώργος Οικονομίδης και ο Ηλίας Λυμπερόπουλος, και τη μουσική συνθέτες όπως ο Γιώργος Μουζάκης, ο Τάκης Μωράκης και ο Γιώργος Κατσαρός. Χαρακτηριστικό δείγμα αποτελεί ο Μύλος στο Καλαμάκι των Μουζάκη και Λυμπερόπουλου. Ο σκηνογράφος και ενδυματολόγος Scalido [Σκαλιντώ] μετέτρεψε για την παράσταση την πίστα της «Νεράιδας» σε νησιώτικη ταράτσα.
Το είδος κυριάρχησε έως τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Τη δεκαετία του 1980 τα θεατρικά και σατιρικά στοιχεία υποχώρησαν μπροστά στον τραγουδιστή ή την τραγουδίστρια και στο χορευτικό μπαλέτο. Η επιθεώρηση πίστας απορροφήθηκε έτσι από το μουσικό πρόγραμμα του σύγχρονου νυχτερινού κέντρου. Στον 21ο αιώνα, θίασοι επανέρχονται περιστασιακά στη φόρμα σε χώρους όπου η παράσταση συνδυάζεται με ποτό και φαγητό, όπως ο κυπριακός Θίασος Θεόφραστος.