Ο όρος κομπέρ προέρχεται από το γαλλικό compère, που σήμαινε αρχικά τον ανάδοχο [νονό] και κατ' επέκταση τον σύντροφο ή τον συνεργό. Ο θηλυκός τύπος είναι η κομμέρ [commère]. Στη γαλλική revue de fin d'année [επιθεώρηση τέλους χρονιάς] του 19ου αιώνα, ο κομπέρ και η κομμέρ αποτελούσαν ζεύγος προσώπων που οδηγούσε το κοινό μέσα από την ανασκόπηση των γεγονότων της χρονιάς. Συχνά ένας αφελής επισκέπτης από την επαρχία περιδιάβαινε στην πρωτεύουσα με τη συνοδεία μιας ξεναγού, που μπορούσε να είναι και αλληγορική μορφή. Οι συναντήσεις τους με πολιτικά πρόσωπα, θεσμούς και προσωποποιήσεις συνέδεαν τα επιμέρους νούμερα σε μια χαλαρή αφηγηματική γραμμή. Ο ρόλος ανήκε στη μυθοπλασία του έργου και το κείμενό του το έγραφε ο συγγραφέας.
Στην Ελλάδα ο κομπέρ εμφανίστηκε μαζί με την ίδια την επιθεώρηση. Στο Λίγο απ' όλα (1894) του Μίκιου Λάμπρου, ρόλο κομπέρ είχε ο Αγροικογιάννης, ο επαρχιώτης που κατεβαίνει στην Αθήνα, σε ζεύγος με τη Δημαρχία. Στα Παναθήναια τον ρόλο ανέλαβε αρχικά ο Νικολέτος (Κ. Σαγιόρ, 1907 – 1909). Από το 1913 τον διαδέχθηκαν ο Τζανέτος, με τον Αλέκο Γονίδη στον ρόλο έως το 1923, και η Μαντίνα, ζεύγος Ζακυνθινών που σχολίαζε στο επτανησιακό του ιδίωμα την αθηναϊκή επικαιρότητα. Τα πρόσωπα αυτά λειτουργούσαν ως διαλογικά αντιστίγματα και ως σταθερός συνδετικός κρίκος των τριών πράξεων.
Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, η επιθεώρηση εγκατέλειψε τη δομή των τριών πράξεων και τα νούμερα απέκτησαν πλήρη αυτοτέλεια. Ο κομπέρ έχασε έτσι τη δομική του αναγκαιότητα και περιορίστηκε σε πιο τυπική λειτουργία παρουσιάσης διαδοχικών νούμερων. Μόνο χαρισματικοί ηθοποιοί, όπως ο Μίμης Καντιώτης, ο Άγγελος Μαυρόπουλος και ο Γιώργος Γαβριηλίδης, διατήρησαν το κύρος του ρόλου. Η άμεση επικοινωνία με το κοινό πέρασε σε μεγάλο βαθμό στον/στην κονφερανσιέ του βαριετέ. Στα καμπαρέ του Πειραιά, ωστόσο, κομπέρ αποκαλούνταν και ο παρουσιαστής των νούμερων. Μεταπολεμικά, κομπέρ και κομμέρ άνοιγαν και συνέδεαν το πρόγραμμα της επιθεώρησης πίστας. Το Ελεύθερο Θέατρο επανέφερε τη μορφή με ειρωνική διάθεση, όπως στο Συνέβη στην Κατίνα (1978), με τον Κώστα Αρζόγλου στον ρόλο του κομπέρ.
Στη Βρετανία ο όρος compère επικράτησε ως γενική ονομασία του παρουσιαστή ή της παρουσιάστριας στο μιούζικ χωλ και αργότερα στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα νυχτερινά κέντρα της δεκαετίας του 1920 επέβαλαν τον όρο master of ceremonies [τελετάρχης], σε μια παράδοση με πρόδρομο τον Mr. Interlocutor των σόου μίνστρελ.
Η μορφή απέκτησε και αυτοτελή δραματική λειτουργία. Στο μιούζικαλ Cabaret [Καμπαρέ, 1966] των John Kander [Τζων Κάντερ] και Fred Ebb [Φρεντ Εμπ], ο Emcee του Kit Kat Klub, γνωστός στα ελληνικά ανεβάσματα ως κομπέρ, σχολιάζει με γκροτέσκο ύφος και ειρωνεία την ηθική και πολιτική κατάρρευση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Στην Ελλάδα τον ερμήνευσαν, μεταξύ άλλων, ο Δάνης Κατρανίδης (1978) και ο Τάκης Ζαχαράτος (2018). Συγγενική λειτουργία επιτελεί ο Ansager [αναγγελέας] στον πρόλογο της Αντιστάσιμης ανόδου του Αρτούρο Ούι [Der aufhaltsame Aufstieg des Arturo Ui, 1941] του Bertolt Brecht [Μπέρτολτ Μπρεχτ]. Ο Ansager απευθύνεται άμεσα στο κοινό, διαρρηγνύει τη θεατρική ψευδαίσθηση και υπηρετεί την ανοικείωση. Σύγχρονες σκηνοθεσίες αξιοποιούν επίσης τον κομπέρ ως αφηγητή ή σχολιαστή, όπως στη Λούλου του Frank Wedekind [Φρανκ Βέντεκιντ] (Ανοιχτό Θέατρο, 1998) και στο Τρίτο στεφάνι του Κώστα Ταχτσή (Θέατρο Τέχνης, 2025).
Τον κομπέρ και την κομμέρ διακρίνει από τον/την κονφερανσιέ η σχέση με τη μυθοπλασία. Ο κομπέρ και η κομμέρ είναι πρόσωπα του έργου, ενώ ο/η κονφερανσιέ εμφανίζεται με τη δική του/της σκηνική περσόνα και στηρίζεται στον αυτοσχεδιασμό. Στην πράξη τα όρια αμβλύνονται συχνά, ιδίως στον μεταπολεμικό ελληνικό χώρο, όπου οι δύο όροι χρησιμοποιούνται εναλλακτικά.