Ο ρομαντισμός οφείλει το όνομά του στο επίθετο «ρομαντικός», που αρχικά χαρακτήριζε ό,τι παρέπεμπε στα μεσαιωνικά ιπποτικά αφηγήματα [romances] και, κατ' επέκταση, στο φανταστικό και το γραφικό. Ως αισθητική κατηγορία ο όρος καθιερώθηκε στη Γερμανία γύρω στο 1800, στον κύκλο της Ιένας, με κύριους θεωρητικούς τους August Wilhelm Schlegel [Άουγκουστ Βίλχελμ Σλέγκελ] και Friedrich Schlegel [Φρήντριχ Σλέγκελ]. Στη Γαλλία τον διέδωσε η Germaine de Staël [Ζερμαίν ντε Σταλ] με το De l'Allemagne [Περί Γερμανίας] (1813). Το κίνημα προέκρινε το άτομο έναντι του συνόλου, το πάθος έναντι του μέτρου και τη φύση ως αντικατοπτρισμό του ψυχισμού. Υιοθέτησε επίσης την αισθητική του Υψηλού, την οποία είχε θεωρητικοποιήσει ο Edmund Burke [Έντμουντ Μπερκ] (1757). Θεμελιώδης υπήρξε η τάση της εξιδανίκευσης, την οποία τροφοδότησε ο γερμανικός φιλοσοφικός ιδεαλισμός των Johann Gottlieb Fichte [Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε] και Friedrich Wilhelm Joseph Schelling [Φρήντριχ Βίλχελμ Γιόζεφ Σέλλινγκ]. Η ρομαντική τέχνη αναζητούσε πίσω από τα φαινόμενα ένα ιδεώδες που παρέμενε απρόσιτο, όπως το «γαλάζιο λουλούδι» στο Heinrich von Ofterdingen [Χάινριχ φον Όφτερντινγκεν] (1802) του Novalis [Νοβάλις]. Εξιδανικεύτηκαν η φύση, ο έρωτας, η γυναικεία μορφή και ο Μεσαίωνας. Η απόσταση ανάμεσα στο ιδεώδες και στο πραγματικό γέννησε τη ρομαντική νοσταλγία [Sehnsucht] και τη ρομαντική ειρωνεία του Friedrich Schlegel. Ο καλλιτέχνης αναγορεύθηκε σε προφήτη και ιδιοφυΐα που δημιουργεί αντλώντας από την εσωτερική του αλήθεια.
Προάγγελος του κινήματος υπήρξε το γερμανικό Θύελλα και Ορμή [Sturm und Drang] (περ. 1767 – 1785), με κύριους εκπροσώπους τον Johann Wolfgang von Goethe [Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε] και τον Friedrich Schiller [Φρήντριχ Σίλλερ]. Στις διαλέξεις του Über dramatische Kunst und Literatur [Περί δραματικής τέχνης και λογοτεχνίας] (1809 – 1811), ο August Wilhelm Schlegel αντιπαρέθεσε το «κλασσικό» στο «ρομαντικό» και ανέδειξε τον William Shakespeare [Ουίλλιαμ Σαίξπηρ] σε πρότυπο της νέας δραματουργίας. Στην Αγγλία το κίνημα εκφράστηκε κυρίως μέσα από την ποίηση των William Wordsworth [Ουίλλιαμ Γουέρντσγουερθ], Samuel Taylor Coleridge [Σάμιουελ Τέιλορ Κόλεριτζ], Lord Byron [Λόρδος Βύρων] και Percy Bysshe Shelley [Πέρσυ Μπυς Σέλλεϋ]. Στη Γαλλία ο Victor Hugo [Βικτώρ Ουγκώ] διατύπωσε στον πρόλογο του Cromwell [Κρόμγουελ] (1827) το πρότυπο του ρομαντικού δράματος. Απέρριψε τις αριστοτελικές ενότητες χρόνου και τόπου και πρότεινε τη σύζευξη του υψηλού με το γκροτέσκο. Το πρότυπο αυτό δοκιμάστηκε επί σκηνής με τη θυελλώδη πρεμιέρα του Hernani [Ερνάνης] (1830), που έμεινε στην ιστορία ως η «μάχη του Ερνάνη».
Η στροφή προς το παρελθόν προσέδωσε στον ρομαντισμό ιστορική συνείδηση και τον συνέδεσε με την ιδέα του έθνους. Η ιστορική αυτή συνείδηση αποτέλεσε την αφετηρία του ιστορισμού του 19ου αιώνα. Ο Johann Gottfried Herder [Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ] υποστήριξε ότι κάθε λαός διαθέτει ιδιαίτερο πνεύμα, το οποίο εκφράζεται στη γλώσσα, στους μύθους και στο δημοτικό τραγούδι. Καθιέρωσε τον όρο Volkslied με τη συλλογή Volkslieder [Δημοτικά τραγούδια] (1778 – 1779). Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκαν τα Kinder- und Hausmärchen [Παιδικά και οικογενειακά παραμύθια] (1812) των Jacob Grimm [Γιάκομπ Γκριμ] και Wilhelm Grimm [Βίλχελμ Γκριμ], καθώς και τα Chants populaires de la Grèce moderne [Δημοτικά τραγούδια της νεότερης Ελλάδας] (1824 – 1825) του Claude Fauriel [Κλωντ Φωριέλ]. Τα ιστορικά μυθιστορήματα του Walter Scott [Ουώλτερ Σκοτ] τροφοδότησαν το θέατρο και την όπερα, ενώ η ιστορική ζωγραφική και η νεογοτθική αρχιτεκτονική αναβίωσαν το μεσαιωνικό παρελθόν. Στη σκηνή η ιστορική ακρίβεια αποτέλεσε αισθητικό αίτημα. Το 1823 ο James Robinson Planché [Τζαίημς Ρόμπινσον Πλανσέ] σχεδίασε για την παραγωγή του King John [Βασιλιάς Ιωάννης] του Shakespeare από τον Charles Kemble [Τσαρλς Κεμπλ] στο Covent Garden κοστούμια βασισμένα σε αρχαιολογική έρευνα. Η εθνική συνείδηση διαπέρασε και το λυρικό θέατρο. Η παράσταση της όπερας La Muette de Portici [Η βωβή των Πορτίκων] (1828) του Daniel-François-Esprit Auber [Ντανιέλ-Φρανσουά-Εσπρί Ομπέρ] στις Βρυξέλλες, τον Αύγουστο του 1830, πυροδότησε την εξέγερση που οδήγησε στην ανεξαρτησία του Βελγίου, ενώ η όπερα Μια ζωή για τον Τσάρο [Zhizn' za tsarya] (1836) του Μιχαήλ Γκλίνκα [Mikhail Glinka] θεμελίωσε τη ρωσική εθνική όπερα.
Στις εικαστικές τέχνες ο ρομαντισμός μετατόπισε το βάρος από το σχέδιο και την ιδανική μορφή στο χρώμα, στην κίνηση και στο υποκειμενικό βίωμα. Ο Henry Fuseli [Χένρυ Φιούζελι] με το The Nightmare [Ο εφιάλτης] (1781) και ο Francisco de Goya [Φρανθίσκο ντε Γκόγια] με τα χαρακτικά Los Caprichos [Τα καπρίτσια] (1799) έδωσαν μορφή στον κόσμο του ονείρου και του παράλογου. Ο Caspar David Friedrich [Κάσπαρ Ντάβιντ Φρήντριχ] αποτύπωσε τη μοναχική ανθρώπινη μορφή απέναντι στην απεραντοσύνη της φύσης, ενώ ο Joseph Mallord William Turner [Τζόζεφ Μάλλορντ Ουίλλιαμ Τέρνερ] διέλυσε το τοπίο σε φως και ατμόσφαιρα. Στη Γαλλία, η Le Radeau de la Méduse [Η σχεδία της Μέδουσας] (1819) του Théodore Géricault [Τεοντόρ Ζερικώ] και το έργο του Eugène Delacroix [Εζέν/Ευγένιος Ντελακρουά] διαμόρφωσαν μια ζωγραφική της δραματικής έντασης. Ο Delacroix αντλούσε θέματα από τον Shakespeare, τον Byron, τον Goethe, αλλά και από την Ελληνική Επανάσταση. Ο Charles Baudelaire [Σαρλ Μπωντλαίρ], στο Salon de 1846 [Σαλόνι του 1846], όρισε τον ρομαντισμό ως τρόπο του αισθάνεσθαι και όχι ως επιλογή θεμάτων. Η σχέση ζωγραφικής και σκηνής ήταν αμφίδρομη: το θέατρο της εποχής υιοθέτησε τη ζωγραφική σύνθεση στα ταμπλώ και στους ζωντανούς πίνακες.
Η σκηνική όψη μεταμορφώθηκε αντίστοιχα. Σκηνογράφοι όπως ο Pierre-Luc-Charles Cicéri [Πιερ-Λυκ-Σαρλ Σισερί] στην Όπερα του Παρισιού και ο Louis-Jacques-Mandé Daguerre [Λουί-Ζακ-Μαντέ Νταγκέρ], δημιουργός του διοράματος (1822), μετέφεραν στη σκηνή την ατμόσφαιρα της ρομαντικής ζωγραφικής: ερειπωμένα μοναστήρια, σεληνόφωτα τοπία, στοιχειωμένα δάση, καταιγίδες, φαντάσματα. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1810 το φωταέριο επέτρεψε τη διαβάθμιση της έντασης του φωτός και εντονότερη φωτοσκίαση. Τα κοστούμια επιδίωξαν το ιστορικό και τοπικό χρώμα. Ο Edmund Kean [Έντμουντ Κην] στο Λονδίνο, ο Frédérick Lemaître [Φρεντερίκ Λεμαίτρ] και η Marie Dorval [Μαρί Ντορβάλ] στο Παρίσι αντικατέστησαν τη ρητορική ευπρέπεια με την ένταση της χειρονομίας και την αμεσότητα του πάθους. Το 1827 ένας αγγλικός θίασος παρουσίασε έργα του Shakespeare στο Παρίσι, με την Harriet Smithson [Χάρριετ Σμίθσον] ως Οφηλία και Ιουλιέτα. Οι παραστάσεις συγκλόνισαν τον Hugo, τον Delacroix και τον Hector Berlioz [Εκτόρ Μπερλιόζ], ο οποίος εμπνεύστηκε από την ηθοποιό τη Symphonie fantastique [Φανταστική συμφωνία] (1830). Παράλληλα, το μυθιστορηματικό δράμα των παρισινών λεωφόρων διέδωσε τη ρομαντική ευαισθησία στο ευρύ κοινό.
Ο Ernst Theodor Amadeus Hoffmann [Ερνστ Τεόντορ Αμαντέους Χόφμαν] χαρακτήρισε τη μουσική την πιο ρομαντική από όλες τις τέχνες, γιατί μπορεί να εκφράσει το ανείπωτο. Στο έργο του Ludwig van Beethoven [Λούντβιχ βαν Μπετόβεν] διαφαίνεται η μετάβαση από το κλασσικό ύφος. Το έντεχνο άσμα [Lied] του Franz Schubert [Φραντς Σούμπερτ] και του Robert Schumann [Ρόμπερτ Σούμαν] συνέδεσε τη μουσική με την ποίηση. Τα πιανιστικά έργα του Frédéric Chopin [Φρεντερίκ Σοπέν] και του Franz Liszt [Φραντς Λιστ], μαζί με το συμφωνικό ποίημα, τη συνέδεσαν με τη ζωγραφική και την αφήγηση. Η ρομαντική όπερα εκτείνεται από τον Der Freischütz [Ο ελεύθερος σκοπευτής] (1821) του Carl Maria von Weber [Καρλ Μαρία φον Βέμπερ] έως το ολοτέχνημα του Richard Wagner [Ρίχαρντ Βάγκνερ]. Το ρομαντικό μπαλέτο, με τη Marie Taglioni [Μαρί Ταλιονί] στη La Sylphide [Η Συλφίδα] (1832) και με τη Giselle [Ζιζέλ] (1841), μετέφερε στη σκηνή το υπερφυσικό και τη σύγκρουση του πραγματικού με το ιδεατό.
Στον ελληνικό χώρο ο ρομαντισμός συνδέθηκε με την Επανάσταση του 1821 και τον φιλελληνισμό. Ο θάνατος του Byron στο Μεσολόγγι (1824) και οι πίνακες του Delacroix Scènes des massacres de Scio [Η σφαγή της Χίου] (1824) και La Grèce sur les ruines de Missolonghi [Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου] (1826) ανήγαγαν τον ελληνικό αγώνα σε ρομαντικό θέμα πανευρωπαϊκής εμβέλειας. Στη λογοτεχνία, ο Διονύσιος Σολωμός και η Επτανησιακή Σχολή αφομοίωσαν τη γερμανική και την ιταλική ρομαντική σκέψη. Η Α΄ Αθηναϊκή Σχολή, με τον Οδοιπόρο (1831) του Παναγιώτη Σούτσου και τα ιστορικά δράματα του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, συνέδεσε τη μελαγχολία και το πάθος με την εθνική ιστορία. Ο Δημήτριος Βερναρδάκης με την Μαρία Δοξαπατρή (1858) ενσωμάτωσε το σαιξπηρικό πρότυπο στο νεοελληνικό ιστορικό δράμα. Στη ζωγραφική, η Έξοδος του Μεσολογγίου (1853) του Θεόδωρου Βρυζάκη μετέφερε τη ρομαντική εικονογραφία στη σχολή του Μονάχου. Στη μουσική, η επτανησιακή όπερα, με τον Μάρκο Βότζαρη του Παύλου Καρρέρ, συνδύασε το ιταλικό οπερατικό ιδίωμα με εθνικά θέματα.
Από τα μέσα του 19ου αιώνα ο ρομαντισμός υποχώρησε μπροστά στον ρεαλισμό και τον νατουραλισμό. Οι αρχές του όμως επιβίωσαν στον όψιμο μουσικό ρομαντισμό των Gustav Mahler [Γκούσταβ Μάλερ] και Richard Strauss [Ρίχαρντ Στράους], στον συμβολισμό και στον νεορομαντισμό, όπως στο Cyrano de Bergerac [Συρανό ντε Μπερζεράκ] (1897) του Edmond Rostand [Εντμόν Ροστάν]. Τον 20ό αιώνα η ρομαντική ευαισθησία διαχύθηκε στη δημοφιλή κουλτούρα, από τη μουσική του κινηματογράφου έως τους Νέους Ρομαντικούς [New Romantics] της δεκαετίας του 1980 και τη γοτθική υποκουλτούρα.