Thymele Logo
Search

ρομαντισμός [ουσ. αρσ.]

Articles Icon 3
Videos Icon 4
Videos Icon 8
[1]

Ορισμός

Καλλιτεχνικό και πνευματικό κίνημα που διαμορφώθηκε στην Ευρώπη στα τέλη του 18ου αιώνα και κυριάρχησε κατά το πρώτο μισό του 19ου, προτάσσοντας, σε αντίθεση με τον ορθολογισμό του Διαφωτισμού και τους κανόνες του νεοκλασσικισμού, το συναίσθημα, τη φαντασία, την υποκειμενική έκφραση και την ελευθερία της μορφής στο σύνολο των τεχνών, από τη λογοτεχνία και τη ζωγραφική έως τη μουσική, τον χορό και το θέατρο.

Ανάπτυξη

Ο ρομαντισμός οφείλει το όνομά του στο επίθετο «ρομαντικός», που αρχικά χαρακτήριζε ό,τι παρέπεμπε στα μεσαιωνικά ιπποτικά αφηγήματα [romances] και, κατ' επέκταση, στο φανταστικό και το γραφικό. Ως αισθητική κατηγορία ο όρος καθιερώθηκε στη Γερμανία γύρω στο 1800, στον κύκλο της Ιένας, με κύριους θεωρητικούς τους August Wilhelm Schlegel [Άουγκουστ Βίλχελμ Σλέγκελ] και Friedrich Schlegel [Φρήντριχ Σλέγκελ]. Στη Γαλλία τον διέδωσε η Germaine de Staël [Ζερμαίν ντε Σταλ] με το De l'Allemagne [Περί Γερμανίας] (1813). Το κίνημα προέκρινε το άτομο έναντι του συνόλου, το πάθος έναντι του μέτρου και τη φύση ως αντικατοπτρισμό του ψυχισμού. Υιοθέτησε επίσης την αισθητική του Υψηλού, την οποία είχε θεωρητικοποιήσει ο Edmund Burke [Έντμουντ Μπερκ] (1757). Θεμελιώδης υπήρξε η τάση της εξιδανίκευσης, την οποία τροφοδότησε ο γερμανικός φιλοσοφικός ιδεαλισμός των Johann Gottlieb Fichte [Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε] και Friedrich Wilhelm Joseph Schelling [Φρήντριχ Βίλχελμ Γιόζεφ Σέλλινγκ]. Η ρομαντική τέχνη αναζητούσε πίσω από τα φαινόμενα ένα ιδεώδες που παρέμενε απρόσιτο, όπως το «γαλάζιο λουλούδι» στο Heinrich von Ofterdingen [Χάινριχ φον Όφτερντινγκεν] (1802) του Novalis [Νοβάλις]. Εξιδανικεύτηκαν η φύση, ο έρωτας, η γυναικεία μορφή και ο Μεσαίωνας. Η απόσταση ανάμεσα στο ιδεώδες και στο πραγματικό γέννησε τη ρομαντική νοσταλγία [Sehnsucht] και τη ρομαντική ειρωνεία του Friedrich Schlegel. Ο καλλιτέχνης αναγορεύθηκε σε προφήτη και ιδιοφυΐα που δημιουργεί αντλώντας από την εσωτερική του αλήθεια.


Προάγγελος του κινήματος υπήρξε το γερμανικό Θύελλα και Ορμή [Sturm und Drang] (περ. 1767 – 1785), με κύριους εκπροσώπους τον Johann Wolfgang von Goethe [Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε] και τον Friedrich Schiller [Φρήντριχ Σίλλερ]. Στις διαλέξεις του Über dramatische Kunst und Literatur [Περί δραματικής τέχνης και λογοτεχνίας] (1809 – 1811), ο August Wilhelm Schlegel αντιπαρέθεσε το «κλασσικό» στο «ρομαντικό» και ανέδειξε τον William Shakespeare [Ουίλλιαμ Σαίξπηρ] σε πρότυπο της νέας δραματουργίας. Στην Αγγλία το κίνημα εκφράστηκε κυρίως μέσα από την ποίηση των William Wordsworth [Ουίλλιαμ Γουέρντσγουερθ], Samuel Taylor Coleridge [Σάμιουελ Τέιλορ Κόλεριτζ], Lord Byron [Λόρδος Βύρων] και Percy Bysshe Shelley [Πέρσυ Μπυς Σέλλεϋ]. Στη Γαλλία ο Victor Hugo [Βικτώρ Ουγκώ] διατύπωσε στον πρόλογο του Cromwell [Κρόμγουελ] (1827) το πρότυπο του ρομαντικού δράματος. Απέρριψε τις αριστοτελικές ενότητες χρόνου και τόπου και πρότεινε τη σύζευξη του υψηλού με το γκροτέσκο. Το πρότυπο αυτό δοκιμάστηκε επί σκηνής με τη θυελλώδη πρεμιέρα του Hernani [Ερνάνης] (1830), που έμεινε στην ιστορία ως η «μάχη του Ερνάνη».


Η στροφή προς το παρελθόν προσέδωσε στον ρομαντισμό ιστορική συνείδηση και τον συνέδεσε με την ιδέα του έθνους. Η ιστορική αυτή συνείδηση αποτέλεσε την αφετηρία του ιστορισμού του 19ου αιώνα. Ο Johann Gottfried Herder [Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ] υποστήριξε ότι κάθε λαός διαθέτει ιδιαίτερο πνεύμα, το οποίο εκφράζεται στη γλώσσα, στους μύθους και στο δημοτικό τραγούδι. Καθιέρωσε τον όρο Volkslied με τη συλλογή Volkslieder [Δημοτικά τραγούδια] (1778 – 1779). Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκαν τα Kinder- und Hausmärchen [Παιδικά και οικογενειακά παραμύθια] (1812) των Jacob Grimm [Γιάκομπ Γκριμ] και Wilhelm Grimm [Βίλχελμ Γκριμ], καθώς και τα Chants populaires de la Grèce moderne [Δημοτικά τραγούδια της νεότερης Ελλάδας] (1824 – 1825) του Claude Fauriel [Κλωντ Φωριέλ]. Τα ιστορικά μυθιστορήματα του Walter Scott [Ουώλτερ Σκοτ] τροφοδότησαν το θέατρο και την όπερα, ενώ η ιστορική ζωγραφική και η νεογοτθική αρχιτεκτονική αναβίωσαν το μεσαιωνικό παρελθόν. Στη σκηνή η ιστορική ακρίβεια αποτέλεσε αισθητικό αίτημα. Το 1823 ο James Robinson Planché [Τζαίημς Ρόμπινσον Πλανσέ] σχεδίασε για την παραγωγή του King John [Βασιλιάς Ιωάννης] του Shakespeare από τον Charles Kemble [Τσαρλς Κεμπλ] στο Covent Garden κοστούμια βασισμένα σε αρχαιολογική έρευνα. Η εθνική συνείδηση διαπέρασε και το λυρικό θέατρο. Η παράσταση της όπερας La Muette de Portici [Η βωβή των Πορτίκων] (1828) του Daniel-François-Esprit Auber [Ντανιέλ-Φρανσουά-Εσπρί Ομπέρ] στις Βρυξέλλες, τον Αύγουστο του 1830, πυροδότησε την εξέγερση που οδήγησε στην ανεξαρτησία του Βελγίου, ενώ η όπερα Μια ζωή για τον Τσάρο [Zhizn' za tsarya] (1836) του Μιχαήλ Γκλίνκα [Mikhail Glinka] θεμελίωσε τη ρωσική εθνική όπερα.


Στις εικαστικές τέχνες ο ρομαντισμός μετατόπισε το βάρος από το σχέδιο και την ιδανική μορφή στο χρώμα, στην κίνηση και στο υποκειμενικό βίωμα. Ο Henry Fuseli [Χένρυ Φιούζελι] με το The Nightmare [Ο εφιάλτης] (1781) και ο Francisco de Goya [Φρανθίσκο ντε Γκόγια] με τα χαρακτικά Los Caprichos [Τα καπρίτσια] (1799) έδωσαν μορφή στον κόσμο του ονείρου και του παράλογου. Ο Caspar David Friedrich [Κάσπαρ Ντάβιντ Φρήντριχ] αποτύπωσε τη μοναχική ανθρώπινη μορφή απέναντι στην απεραντοσύνη της φύσης, ενώ ο Joseph Mallord William Turner [Τζόζεφ Μάλλορντ Ουίλλιαμ Τέρνερ] διέλυσε το τοπίο σε φως και ατμόσφαιρα. Στη Γαλλία, η Le Radeau de la Méduse [Η σχεδία της Μέδουσας] (1819) του Théodore Géricault [Τεοντόρ Ζερικώ] και το έργο του Eugène Delacroix [Εζέν/Ευγένιος Ντελακρουά] διαμόρφωσαν μια ζωγραφική της δραματικής έντασης. Ο Delacroix αντλούσε θέματα από τον Shakespeare, τον Byron, τον Goethe, αλλά και από την Ελληνική Επανάσταση. Ο Charles Baudelaire [Σαρλ Μπωντλαίρ], στο Salon de 1846 [Σαλόνι του 1846], όρισε τον ρομαντισμό ως τρόπο του αισθάνεσθαι και όχι ως επιλογή θεμάτων. Η σχέση ζωγραφικής και σκηνής ήταν αμφίδρομη: το θέατρο της εποχής υιοθέτησε τη ζωγραφική σύνθεση στα ταμπλώ και στους ζωντανούς πίνακες.


Η σκηνική όψη μεταμορφώθηκε αντίστοιχα. Σκηνογράφοι όπως ο Pierre-Luc-Charles Cicéri [Πιερ-Λυκ-Σαρλ Σισερί] στην Όπερα του Παρισιού και ο Louis-Jacques-Mandé Daguerre [Λουί-Ζακ-Μαντέ Νταγκέρ], δημιουργός του διοράματος (1822), μετέφεραν στη σκηνή την ατμόσφαιρα της ρομαντικής ζωγραφικής: ερειπωμένα μοναστήρια, σεληνόφωτα τοπία, στοιχειωμένα δάση, καταιγίδες, φαντάσματα. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1810 το φωταέριο επέτρεψε τη διαβάθμιση της έντασης του φωτός και εντονότερη φωτοσκίαση. Τα κοστούμια επιδίωξαν το ιστορικό και τοπικό χρώμα. Ο Edmund Kean [Έντμουντ Κην] στο Λονδίνο, ο Frédérick Lemaître [Φρεντερίκ Λεμαίτρ] και η Marie Dorval [Μαρί Ντορβάλ] στο Παρίσι αντικατέστησαν τη ρητορική ευπρέπεια με την ένταση της χειρονομίας και την αμεσότητα του πάθους. Το 1827 ένας αγγλικός θίασος παρουσίασε έργα του Shakespeare στο Παρίσι, με την Harriet Smithson [Χάρριετ Σμίθσον] ως Οφηλία και Ιουλιέτα. Οι παραστάσεις συγκλόνισαν τον Hugo, τον Delacroix και τον Hector Berlioz [Εκτόρ Μπερλιόζ], ο οποίος εμπνεύστηκε από την ηθοποιό τη Symphonie fantastique [Φανταστική συμφωνία] (1830). Παράλληλα, το μυθιστορηματικό δράμα των παρισινών λεωφόρων διέδωσε τη ρομαντική ευαισθησία στο ευρύ κοινό.


Ο Ernst Theodor Amadeus Hoffmann [Ερνστ Τεόντορ Αμαντέους Χόφμαν] χαρακτήρισε τη μουσική την πιο ρομαντική από όλες τις τέχνες, γιατί μπορεί να εκφράσει το ανείπωτο. Στο έργο του Ludwig van Beethoven [Λούντβιχ βαν Μπετόβεν] διαφαίνεται η μετάβαση από το κλασσικό ύφος. Το έντεχνο άσμα [Lied] του Franz Schubert [Φραντς Σούμπερτ] και του Robert Schumann [Ρόμπερτ Σούμαν] συνέδεσε τη μουσική με την ποίηση. Τα πιανιστικά έργα του Frédéric Chopin [Φρεντερίκ Σοπέν] και του Franz Liszt [Φραντς Λιστ], μαζί με το συμφωνικό ποίημα, τη συνέδεσαν με τη ζωγραφική και την αφήγηση. Η ρομαντική όπερα εκτείνεται από τον Der Freischütz [Ο ελεύθερος σκοπευτής] (1821) του Carl Maria von Weber [Καρλ Μαρία φον Βέμπερ] έως το ολοτέχνημα του Richard Wagner [Ρίχαρντ Βάγκνερ]. Το ρομαντικό μπαλέτο, με τη Marie Taglioni [Μαρί Ταλιονί] στη La Sylphide [Η Συλφίδα] (1832) και με τη Giselle [Ζιζέλ] (1841), μετέφερε στη σκηνή το υπερφυσικό και τη σύγκρουση του πραγματικού με το ιδεατό.


Στον ελληνικό χώρο ο ρομαντισμός συνδέθηκε με την Επανάσταση του 1821 και τον φιλελληνισμό. Ο θάνατος του Byron στο Μεσολόγγι (1824) και οι πίνακες του Delacroix Scènes des massacres de Scio [Η σφαγή της Χίου] (1824) και La Grèce sur les ruines de Missolonghi [Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου] (1826) ανήγαγαν τον ελληνικό αγώνα σε ρομαντικό θέμα πανευρωπαϊκής εμβέλειας. Στη λογοτεχνία, ο Διονύσιος Σολωμός και η Επτανησιακή Σχολή αφομοίωσαν τη γερμανική και την ιταλική ρομαντική σκέψη. Η Α΄ Αθηναϊκή Σχολή, με τον Οδοιπόρο (1831) του Παναγιώτη Σούτσου και τα ιστορικά δράματα του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, συνέδεσε τη μελαγχολία και το πάθος με την εθνική ιστορία. Ο Δημήτριος Βερναρδάκης με την Μαρία Δοξαπατρή (1858) ενσωμάτωσε το σαιξπηρικό πρότυπο στο νεοελληνικό ιστορικό δράμα. Στη ζωγραφική, η Έξοδος του Μεσολογγίου (1853) του Θεόδωρου Βρυζάκη μετέφερε τη ρομαντική εικονογραφία στη σχολή του Μονάχου. Στη μουσική, η επτανησιακή όπερα, με τον Μάρκο Βότζαρη του Παύλου Καρρέρ, συνδύασε το ιταλικό οπερατικό ιδίωμα με εθνικά θέματα.


Από τα μέσα του 19ου αιώνα ο ρομαντισμός υποχώρησε μπροστά στον ρεαλισμό και τον νατουραλισμό. Οι αρχές του όμως επιβίωσαν στον όψιμο μουσικό ρομαντισμό των Gustav Mahler [Γκούσταβ Μάλερ] και Richard Strauss [Ρίχαρντ Στράους], στον συμβολισμό και στον νεορομαντισμό, όπως στο Cyrano de Bergerac [Συρανό ντε Μπερζεράκ] (1897) του Edmond Rostand [Εντμόν Ροστάν]. Τον 20ό αιώνα η ρομαντική ευαισθησία διαχύθηκε στη δημοφιλή κουλτούρα, από τη μουσική του κινηματογράφου έως τους Νέους Ρομαντικούς [New Romantics] της δεκαετίας του 1980 και τη γοτθική υποκουλτούρα.

Αγγλικά
romanticism
Γαλλικά
romantisme, le
Γερμανικά
Romantik, die
Ιταλικά
romanticismo, il

Συνώνυμα

ρομαντικό κίνημα, ρομαντική κίνηση, ρομαντικό ρεύμα

Σχετικοί όροι

λευκό μπαλέτο, φαντασμαγορία, ρομαντικό παίξιμο, βυρωνισμός, γκραντ-οπερά, εξωτισμός, ρομάντζα

Πεδίο εφαρμογής

• Όψις και παραγωγή
• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

«Η μεταμόρφωση του καλλιτέχνη [σημ.: στον ρομαντισμό] παίρνει δύο αποκλίνουσες μορφές. Στα πρώτα στάδια, υπό την επίδραση του Σέλλινγκ και του Γκαίτε, ο καλλιτέχνης είναι ο ίδιος μια φυσική δύναμη, η αιολική άρπα, το μισοσβησμένο κάρβουνο του Σέλλεϋ που αναζωπυρώνεται παροδικά, το ευαίσθητο φυτό – ένα ιερό όργανο με το οποίο η Φύση εργάζεται για να ξεπεράσει τον εαυτό της. […] Αργότερα, όμως, δεσπόζει η άλλη αντίληψη –μολονότι κι αυτή εκφράστηκε νωρίς από τον Γκαίτε. Κάτω από την αισθητή πίεση των αλλοτριωτικών δυνάμεων […], ο καλλιτέχνης μπορεί να γίνει μια προμηθεϊκή φυσιογνωμία, αντίζηλος της Φύσης και του Θεού, σημαδεμένος από ένα τραγικό αλλά ένδοξο ριζικό».

Ο Monroe C. Beardsley [Μονρόου Μπήρντσλεϋ] περιγράφει τις δύο αντιλήψεις για τον καλλιτέχνη που διαμόρφωσε ο ρομαντισμός. Η πρώτη τον βλέπει ως όργανο της Φύσης, όπως την «αιολική άρπα». Η δεύτερη τον βλέπει ως προμηθεϊκή μορφή που αντιπαρατίθεται στη Φύση και στον Θεό. Η μετάβαση από τη μία αντίληψη στην άλλη εξηγεί πώς ο ρομαντικός καλλιτέχνης και η ρομαντική καλλιτέχνιδα αναγορεύτηκαν σε τραγικές ιδιοφυΐες, πρότυπο που επηρέασε καθοριστικά και την εικόνα του ηθοποιού και του/της βιρτουόζου στη σκηνή.

Βeardsley, M. C. (1989). Ιστορία των αισθητικών θεωριών: Από την κλασική αρχαιότητα μέχρι σήμερα (Δ. Κούρτοβικ & Π. Χριστοδουλίδης, Μετ., Π. Χριστοδουλίδης, Επιμ.). Αθήνα: Νεφέλη, σσ. 250-251.

Quote Icon

«Τα ρεσιτάλ πιάνου δομούνται συνήθως με έργα γνωστών και αρκούντως ερμηνευόμενων συνθετών. Το δικαίωμα στη διαφορά διεκδικεί το ρεσιτάλ της Ντιάνας Βρανούση, στις 11 Ιανουαρίου 2018, στην Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, αφού εστιάζει σε δυο άγνωστους συνθέτες, οι οποίοι έζησαν και δημιούργησαν στο Παρίσι την εποχή που κυριαρχούσε ο ρομαντισμός. Και όχι μόνον αυτό. Οι δυο αυτοί συνθέτες ήταν Έλληνες – ελληνικής καταγωγής ακριβέστερα. Πρόκειται για τον λιγότερο άγνωστο, και πρεσβύτερο των δυο, Camille-Marie Stamaty – Κάμιλλο Σταμάτη (1811-1870) και την πλέον άγνωστη και νεότερη Mario Foscarina Damaschinó – Μαριώ Φωσκαρίνα Δαμασκηνού. [...] Η μουσική τους δημιουργία υπηρετεί χωρίς εκτροπές τον αμιγή ρομαντισμό και χαρακτηρίζεται άλλοτε από διδακτικό, άλλοτε από ψυχαγωγικό μουσικό ήθος.»

Το δημοσίευμα αναδεικνύει τη συμμετοχή δημιουργών ελληνικής καταγωγής στη μουσική ζωή του Παρισιού την εποχή που κυριαρχούσε ο ρομαντισμός, με αφορμή το ρεσιτάλ της πιανίστριας Ντιάνας Βρανούση στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (2018). Τα έργα του Camille-Marie Stamaty [Κάμιλλος Σταμάτης] και της Mario Foscarina Damaschinó [Μαριώ Φωσκαρίνα Δαμασκηνού] υπηρετούν τον «αμιγή» ρομαντισμό και κινούνται ανάμεσα στο διδακτικό και το ψυχαγωγικό ήθος. Η περίπτωσή τους δείχνει ότι η ρομαντική αισθητική διαδόθηκε μέσα από ένα δίκτυο καλλιτεχνών πολύ ευρύτερο από τα ονόματα του καθιερωμένου μουσικού κανόνα.

Χαρωνίτης, Γ. (2018, 7 Ιανουαρίου). Δύο Έλληνες ρομαντικούς συνθέτες μας συστήνει η Ντιάνα Βρανούση. Αθηνόραμα. www.athinorama.gr...

Quote Icon

«Le romantisme et la couleur me conduisent droit à Eugène Delacroix. J'ignore s'il est fier de sa qualité de romantique ; mais sa place est ici, parce que la majorité du public l'a depuis longtemps, et même dès sa première œuvre, institué le chef de l'école moderne. [...] Chacun des anciens maîtres a son royaume, son apanage, qu'il est souvent contraint de partager avec des rivaux illustres. Raphaël a la forme, Rubens et Véronèse la couleur, Rubens et Michel-Ange l'imagination du dessin. Une portion de l'empire restait, où Rembrandt seul avait fait quelques excursions, — le drame —, le drame naturel et vivant, le drame terrible et mélancolique, exprimé souvent par la couleur, mais toujours par le geste. En fait de gestes sublimes, Delacroix n'a de rivaux qu'en dehors de son art. Je ne connais guère que Frédérick Lemaître et Macready. C'est à cause de cette qualité toute moderne et toute nouvelle que Delacroix est la dernière expression du progrès dans l'art. Héritier de la grande tradition, c'est-à-dire de l'ampleur, de la noblesse et de la pompe dans la composition, et digne successeur des vieux maîtres, il a de plus qu'eux la maîtrise de la douleur, la passion, le geste ! C'est là vraiment ce qui fait l'importance de sa grandeur. [...] Ôtez Delacroix, la grande chaîne de l'histoire est rompue et s'écroule à terre.»


«Ο ρομαντισμός και το χρώμα με οδηγούν κατευθείαν στον Ευγένιο Ντελακρουά. Αγνοώ αν αποδέχεται μεθ' υπερηφανείας τον χαρακτηρισμό του ως ρομαντικού· η θέση του όμως είναι εδώ, επειδή η πλειονότητα του κοινού τον έχει αναγορεύσει από καιρό, και μάλιστα ήδη από το πρώτο του έργο, αρχηγό της μοντέρνας σχολής. [...] Καθένας από τους παλαιούς δασκάλους έχει το βασίλειό του, την επικράτειά του, την οποία συχνά αναγκάζεται να μοιραστεί με επιφανείς αντιπάλους. Ο Ραφαήλ έχει τη μορφή, ο Ρούμπενς και ο Βερονέζε το χρώμα, ο Ρούμπενς και ο Μιχαήλ Άγγελος τη φαντασία του σχεδίου. Απέμενε ένα τμήμα της αυτοκρατορίας, όπου μόνο ο Ρέμπραντ είχε επιχειρήσει κάποιες επιδρομές: το δράμα, το φυσικό και ζωντανό δράμα, το τρομερό και μελαγχολικό δράμα, που εκφράζεται συχνά με το χρώμα, πάντοτε όμως με τη χειρονομία. Ως προς τις υψηλές χειρονομίες, ο Ντελακρουά έχει αντιπάλους μόνο έξω από την τέχνη του. Σχεδόν κανέναν δεν γνωρίζω πέρα από τον Φρεντερίκ Λεμαίτρ [Frédérick Lemaître] και τον Μάκρεντι [William Charles Macready]. Χάρη σε αυτή την ολότελα μοντέρνα και ολότελα καινούργια ιδιότητα, ο Ντελακρουά είναι η ύστατη έκφραση της προόδου στην τέχνη. Κληρονόμος της μεγάλης παράδοσης, δηλαδή του εύρους, της ευγένειας και της μεγαλοπρέπειας στη σύνθεση, και άξιος διάδοχος των παλαιών δασκάλων, κατέχει, περισσότερο από εκείνους, τη μαεστρία του πόνου, το πάθος, τη χειρονομία! Αυτό ακριβώς είναι που προσδίδει βαρύτητα στο μεγαλείο του. [...] Αφαιρέστε τον Ντελακρουά, και η μεγάλη αλυσίδα της ιστορίας σπάει και καταρρέει στο έδαφος.»

Στο Salon de 1846 [Σαλόνι τέχνης του 1846] ο Charles Baudelaire [Σαρλ Μπωντλαίρ] αναγορεύει τον Eugène Delacroix [Εζέν Ντελακρουά] σε κορυφαίο εκπρόσωπο του ρομαντισμού στη ζωγραφική και εντοπίζει την καινοτομία του στο χρώμα και, κυρίως, στο «δράμα» που εκφράζεται με τη χειρονομία. Συγκρίνει τον ζωγράφο με τους ηθοποιούς Frédérick Lemaître [Φρεντερίκ Λεμαίτρ] και William Charles Macready [Ουίλλιαμ Τσαρλς Μάκρεντι]. Η σύγκριση φανερώνει τον διακαλλιτεχνικό χαρακτήρα του ρομαντισμού, όπου ζωγραφική και υποκριτική μοιράζονταν την ίδια αισθητική του πάθους και της σωματικής έκφρασης.

Baudelaire, C. (1868). Salon de 1846. Στο Curiosités esthétiques (Œuvres complètes de Charles Baudelaire, τ. II, σσ. 77-198). Paris: Michel Lévy frères.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Ξενάγηση στην έκθεση Caspar David Friedrich: The Soul of Nature [Κάσπαρ Ντάβιντ Φρήντριχ: Η…

Victor Hugo [Βικτωρ Ουγκώ], Hernani [Ερνάνης], Comédie-Française [Κομεντί Φρανσαίζ], σκηνοθεσία Robert Hossein

Η Ναταλία Οσίποβα [Natalia Osipova] και ο Carlos Acosta [Κάρλος Ακόστα] στο ντουέτο της Β΄…

Αφήγημα [racconto] της υψιφώνου από την όπερα Μάρκος Βότζαρης (πρεμιέρα: Πάτρα, 1861) του Παύλου Καρρέρ

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Henry Fuseli [Χένρυ Φιούζελι], The Nightmare [Ο εφιάλτης], 1781, ελαιογραφία, Detroit Institute…

Théodore Géricault [Τεοντόρ Ζερικώ], Le Radeau de la Méduse [Η σχεδία της Μέδουσας

Eugène Delacroix [Εζέν Ντελακρουά], La Grèce sur les ruines de Missolonghi [Η Ελλάδα…

Achille Devéria [Ασίλ Ντεβεριά] & Louis Boulanger [Λουί Μπουλανζέ] (1827). Η Harriet Smithson [Χάρριετ Σμίθσον]

Η «μάχη του Ερνάνη» [La bataille d'Hernani], λιθογραφία του Jean-Jacques Grandville [Ζαν-Ζακ Γκρανβίλ], 1830.…

Pierre-Luc-Charles Cicéri [Πιερ-Λυκ-Σαρλ Σισερί], σκηνικό για το «Μπαλέτο των μοναχών» ["Ballet des nonnes"] στη…

Θεόδωρος Βρυζάκης, Η Έξοδος του Μεσολογγίου, 1853, ελαιογραφία σε μουσαμά, 169 × 127…

Ο Bruno Ganz [Μπρούνο Γκαντς] στον ομώνυμο ρόλο του Prinz Friedrich von Homburg [Ο…

βασική

Berlin, I. (2000). Οι ρίζες του ρομαντισμού (Γ. Δ. Παπαδημητρίου, Μετ.). Αθήνα: Scripta.

Burroughs, C. B. (Ed.). (2000). Women in British Romantic Theatre: Drama, Performance, and Society, 1790-1840. Cambridge: Cambridge University Press.

Burwick, F. (2009). Romantic Drama: Acting and Reacting. Cambridge: Cambridge University Press.

Carlson, J. A. (1994). In the Theatre of Romanticism: Coleridge, Nationalism, Women (Cambridge Studies in Romanticism 5). Cambridge: Cambridge University Press.

Crisafulli, L. M. & Liberto, F. (Eds.). (2015). The Romantic Stage: A Many-Sided Mirror (DQR Studies in Literature 55). Amsterdam, New York: Rodopi.

Guest, I. (1966). The Romantic Ballet in Paris. London: Pitman.

Halsall, A. W. (1998). Victor Hugo and the Romantic Drama. Toronto: University of Toronto Press.

Honour, H. (1979). Romanticism. London: Allen Lane.

Lambertson, J. P. (2013). The Boulevard and the Salon: Popular Theatre and Romanticism in 1824. Nineteenth Century Theatre and Film, 40(1), 15-35.

Mulrooney, J. (2018). Romanticism and Theatrical Experience: Kean, Hazlitt and Keats in the Age of Theatrical News. Cambridge: Cambridge University Press.

Piccitto, D. & Robinson, T. F. (Eds.). (2023). The Visual Life of Romantic Theater, 1780-1830. Ann Arbor: University of Michigan Press.

Rosen, C. (1995). The Romantic Generation. Cambridge, MA: Harvard University Press.

Δημαράς, Κ. Θ. (1982). Ελληνικός Ρομαντισμός. Αθήνα: Ερμής.

Ξεπαπαδάκου, Α. (2018). Ο Ρομαντισμός στην ελληνική όπερα του 19ου αιώνα. Στο Ι΄ Διεθνές Πανιόνιο Συνέδριο (τ. V, σσ. 143-154). Κέρκυρα.

Πολίτης, Α. (2017). Η ρομαντική λογοτεχνία στο εθνικό κράτος 1830-1880: Ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, πνευματική κίνηση, αναγνώστες. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Πούχνερ, Β. (1999). Η πρόσληψη της γαλλικής δραματουργίας στο νεοελληνικό θέατρο (17ος-20ός αιώνας): Μια πρώτη σφαιρική προσέγγιση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Στεφανοπούλου, Μ. (Επιμ.). (2001). Ο ρομαντισμός στην Ελλάδα: Επιστημονικό συμπόσιο (12 και 13 Νοεμβρίου 1999). Αθήνα: Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας.

συμπληρωματική

Hamilton, P. (Ed.). (2016). The Oxford Handbook of European Romanticism. Oxford: Oxford University Press.

Leerssen, J. (2006). National Thought in Europe: A Cultural History. Amsterdam: Amsterdam University Press.

Roy, D. (Ed.). (2003). Romantic and Revolutionary Theatre, 1789-1860. Cambridge: Cambridge University Press.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. ρομαντισμός. Ανακτήθηκε από https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/ρομαντισμός

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «ρομαντισμός». Ανακτήθηκε 24 October 2026. https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/ρομαντισμός.

MLA

«ρομαντισμός». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 24 October 2026, https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/ρομαντισμός.

1344