Thymele Logo
Search

θεατρικότητα [ουσ. θηλ.]

Articles Icon 1
Videos Icon 6
Videos Icon 4
[1]

Ορισμός

Το σύνολο των συνθηκών και των γνωρισμάτων που καθιστούν ένα γεγονός θεατρικό, κυρίως η έκθεσή του στο βλέμμα ενός κοινού μέσα σε ένα πλαίσιο σύμβασης που το διακρίνει από την καθημερινή ζωή, όπως συμβαίνει στη σκηνή και, κατ' επέκταση, στην τελετουργία και στον κοινωνικό βίο.

Ανάπτυξη

Η θεατρικότητα [theatricality] δηλώνει ό,τι καθιστά ένα γεγονός θεατρικό. Η λέξη ανάγεται, μέσω του «θέατρον», στο ρήμα «θεώμαι» («κοιτάζω με προσοχή, παρατηρώ») και φανερώνει τον πυρήνα της έννοιας: μια πράξη, ένα σώμα ή ένας χώρος καθίστανται θεατρικά όταν εκτίθενται στο βλέμμα ενός άλλου μέσα σε ένα πλαίσιο σύμβασης. Ο Peter Brook [Πήτερ Μπρουκ] συμπύκνωσε αυτή την ελάχιστη συνθήκη στο The Empty Space [Ο άδειος χώρος] (1968): αρκεί ένας άνθρωπος να διασχίζει έναν άδειο χώρο ενώ ένας άλλος τον παρατηρεί. Ο όρος έχει δύο σημασίες. Η στενή δηλώνει την ιδιαιτερότητα της θεατρικής τέχνης απέναντι στο γραπτό δράμα και στις άλλες τέχνες. Η ευρεία αφορά συμπεριφορές και γεγονότα εκτός σκηνής, στην τελετουργία, στην πολιτική και στην καθημερινή ζωή, όταν προσλαμβάνονται με όρους θεάτρου.


Η θεατρικότητα γειτνιάζει με έννοιες με τις οποίες συχνά συγχέεται. Η θεαματικότητα δηλώνει την ένταση με την οποία ένα γεγονός ελκύει το βλέμμα· μια φυσική καταστροφή είναι θεαματική χωρίς να είναι θεατρική, ενώ ο άδειος χώρος του Brook είναι θεατρικός χωρίς να είναι θεαματικός. Η δραματικότητα αφορά τη δομή της δράσης και της σύγκρουσης, η επιτελεστικότητα την ικανότητα μιας πράξης να παράγει αποτέλεσμα στον κόσμο και η παραστατικότητα την ενάργεια και την εκφραστικότητα με την οποία αποδίδεται ένα περιεχόμενο. Ο θεατρινισμός, τέλος, χαρακτηρίζει την επιτηδευμένη και υπερβολική συμπεριφορά.


Ο στοχασμός για τη θεατρικότητα ξεκίνησε με αρνητικό πρόσημο. Ο Πλάτων απέκλεισε τη μιμητική ποίηση από την ιδανική πόλη της Πολιτείας. Ο Αριστοτέλης, στην Ποιητική, χαρακτήρισε την όψη ως το λιγότερο οικείο στην ποιητική τέχνη από τα μέρη της τραγωδίας. Ο Jean-Jacques Rousseau [Ζαν-Ζακ Ρουσσώ] καταδίκασε το θέαμα ως πηγή ηθικής διαφθοράς στην Επιστολή προς τον Ντ' Αλαμπέρ για τα θεάματα [Lettre à M. d'Alembert sur les spectacles] (1758). Ο Jonas Barish [Τζόνας Μπάρις] ονόμασε αυτή τη μακρά παράδοση «αντιθεατρική προκατάληψη» (1981).


Η θετική αποτίμηση του όρου ξεκίνησε το 1908, όταν ο Νικολάι Ευρέινοφ [Nikolai Evreinov] δημοσίευσε το δοκίμιο Απολογία της θεατρικότητας [Apologiya teatral'nosti]. Στο Το θέατρο καθαυτό [Teatr kak takovoi] (1912) θεώρησε τη θεατρικότητα ένστικτο μεταμόρφωσης, εγγενές στον άνθρωπο, που προηγείται της αισθητικής. Την ίδια περίοδο οι ιστορικές πρωτοπορίες αντιτάχθηκαν στη νατουραλιστική ψευδαίσθηση. Ο Βσέβολοντ Μέγιερχολντ [Vsevolod Meyerhold] υποστήριξε ένα θέατρο σύμβασης, στο οποίο ο θεατής / η θεάτρια δεν ξεχνά ότι παρακολουθεί ηθοποιούς που παίζουν. Ο Αλεξάντρ Ταΐροφ [Aleksandr Tairov] διατύπωσε το αίτημα της θεατρικοποίησης του θεάτρου. Ο Antonin Artaud [Αντονέν Αρτώ], με αφετηρία το μπαλινέζικο θέατρο που είδε στην Αποικιακή Έκθεση του Παρισιού (1931), απέδωσε στο Le Théâtre et son double [Το θέατρο και το είδωλό του] (1938) την παρακμή της δυτικής σκηνής στην υποταγή της στον λόγο.


Η θεωρητική επεξεργασία του όρου εντάθηκε από τα μέσα του 20ού αιώνα. Ο Roland Barthes [Ρολάν Μπαρτ], στο “Le théâtre de Baudelaire” [«Το θέατρο του Μπωντλαίρ»] (1954), όρισε τη θεατρικότητα με τη στενή της σημασία ως «το θέατρο μείον το κείμενο», δηλαδή ως την πυκνότητα σημείων και αισθήσεων που οικοδομείται επί σκηνής. Ο Michael Fried [Μάικλ Φρηντ], στο “Art and Objecthood” [«Τέχνη και αντικειμενοσύνη»] (Artforum, 1967), κατηγόρησε τη μινιμαλιστική τέχνη για θεατρικότητα, επειδή εξαρτάται από την περίσταση της θέασης, και δήλωσε ότι «το θέατρο είναι τώρα η άρνηση της τέχνης». Η Elizabeth Burns [Ελίζαμπεθ Μπερνς] (1972) μετατόπισε το ενδιαφέρον στην πρόσληψη: μια συμπεριφορά γίνεται θεατρική όταν όσοι και όσες την παρατηρούν την ερμηνεύουν με όρους θεάτρου, βάσει συμβάσεων που μεταβάλλονται ιστορικά και πολιτισμικά. Η Josette Féral [Ζοζέτ Φεράλ] (2002) περιέγραψε τη θεατρικότητα ως διαδικασία: το βλέμμα του επιτελεστή / της επιτελέστριας ή του θεατή / της θεάτριας ανοίγει μια ρωγμή στον καθημερινό χώρο, από την οποία μπορεί να αναδυθεί η μυθοπλασία.


Η θεατρικότητα διατρέχει όλες τις παραστατικές τέχνες. Στην όπερα την προβάλλει ο αδόμενος λόγος, στο κλασσικό μπαλέτο οι κωδικοποιημένες στάσεις και η μετωπική προσήλωση του σώματος προς το κοινό, στη φάρσα ο μηχανισμός των εισόδων, των εξόδων και της πλοκής. Με την ευρεία του σημασία, ο όρος αξιοποιήθηκε στη μελέτη του λαϊκού πολιτισμού. Ο Walter Puchner [Βάλτερ Πούχνερ] εξέτασε τη θεατρικότητα των δρωμένων και εντόπισε σε αυτά ρόλους, μεταμφίεση και θεατές. Ο Jean-Marie Pradier [Ζαν-Μαρί Πραντιέ] επεσήμανε τον κίνδυνο του ευρωκεντρισμού: οι εθνολόγοι του παρελθόντος βρήκαν «θεατρική» την υποσαχάρια Αφρική με κριτήριο μια θεατρικότητα που απουσίαζε από τα θέατρα των δικών τους χωρών. Ο Άγγελος Χανιώτης [Angelos Chaniotis] (2009) έδειξε ότι στην ελληνιστική εποχή ο δημόσιος βίος οργανώθηκε με όρους ηθοποιίας και σκηνοθεσίας. Σήμερα η έννοια αξιοποιείται και στη μελέτη της πολιτικής επικοινωνίας και της μόδας.ι της μόδας. Και στα δύο πεδία, η επίγνωση του βλέμματος των άλλων διαμορφώνει τη συμπεριφορά.

Αγγλικά
theatricality
Γαλλικά
théâtralité, la
Γερμανικά
Theatralität, die
Ιταλικά
teatralità, la

Σχετικοί όροι

μεταθεατρικότητα, θέατρο εν θεάτρῳ, τέταρτος τοίχος, ανοικείωση, παραθεατρικότητα, κοσμοθέατρο, ανοικείωση

Πεδίο εφαρμογής

• Όψις και παραγωγή
• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

"Qu'est-ce que la théâtralité ? c'est le théâtre moins le texte, c'est une épaisseur de signes et de sensations qui s'édifie sur la scène à partir de l'argument écrit, c'est cette sorte de perception œcuménique des artifices sensuels, gestes, tons, distances, substances, lumières, qui submerge le texte sous la plénitude de son langage extérieur. Naturellement, la théâtralité doit être présente dès le premier germe écrit d'une œuvre, elle est une donnée de création, non de réalisation. Il n'y a pas de grand théâtre sans théâtralité dévorante, chez Eschyle, chez Shakespeare, chez Brecht, le texte écrit est d'avance emporté par l'extériorité des corps, des objets, des situations ; la parole fuse aussitôt en substances."


Τι είναι η θεατρικότητα; Είναι το θέατρο μείον το κείμενο, είναι μια πυκνότητα σημείων και αισθήσεων που οικοδομείται επί σκηνής με αφετηρία τη γραπτή υπόθεση, είναι εκείνο το είδος οικουμενικής αντίληψης των αισθητηριακών τεχνασμάτων, χειρονομιών, τόνων, αποστάσεων, υλών, φώτων, που κατακλύζει το κείμενο με την πληρότητα της εξωτερικής του γλώσσας. Φυσικά, η θεατρικότητα οφείλει να είναι παρούσα ήδη από το πρώτο γραπτό σπέρμα ενός έργου· είναι δεδομένο της δημιουργίας, όχι της πραγμάτωσης. Δεν υπάρχει μεγάλο θέατρο χωρίς αδηφάγα θεατρικότητα· στον Αισχύλο, στον Σαίξπηρ, στον Μπρεχτ, το γραπτό κείμενο παρασύρεται εκ των προτέρων από την εξωτερικότητα των σωμάτων, των αντικειμένων, των καταστάσεων· ο λόγος διαχέεται αμέσως σε ύλες.

Στο δοκίμιο για το θέατρο του Charles Baudelaire [Σαρλ Μπωντλαίρ], ο Roland Barthes [Ρολάν Μπαρτ] διατυπώνει έναν από τους πρώτους ορισμούς της θεατρικότητας στη γαλλική θεωρία. Την ορίζει ως «το θέατρο μείον το κείμενο», δηλαδή ως την πυκνότητα σημείων και αισθήσεων που οικοδομείται επί σκηνής. Η θεατρικότητα δεν αντιτίθεται στο κείμενο. Είναι «δεδομένο της δημιουργίας» και οφείλει να υπάρχει ήδη στο πρώτο γραπτό σπέρμα του έργου. Κατά τον Barthes, το μεγάλο θέατρο, από τον Αισχύλο έως τον Σαίξπηρ [William Shakespeare] και τον Μπρεχτ [Bertolt Brecht], χαρακτηρίζεται από μια «αδηφάγα» θεατρικότητα, η οποία μετατρέπει τον λόγο σε σώματα, αντικείμενα και καταστάσεις.

Barthes, R. (1964). Le théâtre de Baudelaire. Στο Essais critiques (σ. 41). Paris: Seuil. (Πρωτότυπη δημοσίευση στο Théâtre populaire, 8, 1954, 45–52)

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Απόσπασμα από την παράσταση Ode to Progress [Ωδή στην πρόοδο] (1997) του Odin…

Απόσπασμα από την παράσταση The Sound of Silence [Ο ήχος της σιωπής] (2007)…

Απόσπασμα από το May B (1981), χορογραφία της Maguy Marin [Μαγκύ Μαρέν] εμπνευσμένη από το…

Σόου μόδας της συλλογής Cruise 2026 του Nicolas Ghesquière [Νικολά Γκεσκιέρ] για τον οίκο Louis…

Ο Βλάχικος Γάμος της Θήβας είναι αποκριάτικο δρώμενο που ξεκινά την Κυριακή της Τυρινής και…

Απόσπασμα από την παράσταση Green Terror [Πράσινος τρόμος] του Living Theatre [Λίβινγκ Θίατερ]…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Portrait de Louis XIV en costume de sacre [Προσωπογραφία του Λουδοβίκου ΙΔ΄ με τη…

Οι Carlotta Grisi [Καρλόττα Γκρίζι], Marie Taglioni [Μαρί Ταλιόνι], Lucile Grahn [Λυσίλ Γκραν] και Fanny…

Φωτογραφία τύπου από την πρώτη παράσταση του La Puce à l'oreille [Ψύλλος στο αυτί

Σκηνή από τον Revizor [Ο επιθεωρητής] του Νικολάι Γκόγκολ [Nikolai Gogol] σε σκηνοθεσία…

βασική

Balme, C. B. (2007). Pacific Performances: Theatricality and Cross-Cultural Encounter in the South Seas. Basingstoke: Palgrave Macmillan.

Barish, J. (1981). The Antitheatrical Prejudice. Berkeley: University of California Press.

Barthes, R. (1964). Le théâtre de Baudelaire. Στο Essais critiques (σσ. 41–47). Paris: Seuil. (Πρωτότυπη δημοσίευση στο Théâtre populaire, 8, 1954, 45–52).

Brook, P. (1968). The Empty Space. London: MacGibbon & Kee.

Burns, E. (1972). Theatricality: A Study of Convention in the Theatre and in Social Life. London: Longman.

Davis, T. C., & Postlewait, T. (Επιμ.). (2003). Theatricality. Cambridge: Cambridge University Press.

Egginton, W. (2003). How the World Became a Stage: Presence, Theatricality, and the Question of Modernity. Albany: State University of New York Press.

Evreinoff, N. (1927). The Theatre in Life (A. I. Nazaroff, Επιμ. & Μτφ.). New York: Brentano's.

Féral, J. (1988). La théâtralité (Recherche sur la spécificité du langage théâtral). Poétique, 75, 347–361.

Féral, J. (2002). Theatricality: The Specificity of Theatrical Language (R. P. Bermingham, Μτφ.). SubStance, 31(2/3), 94–108. www.jstor.org...

Fischer-Lichte, E. (1995). Introduction: Theatricality: A Key Concept in Theatre and Cultural Studies. Theatre Research International, 20(2), 85–89. doi.org...

Fried, M. (1967). Art and Objecthood. Artforum, 5(10), 12–23.

Lyotard, J.-F. (1997). The Tooth, the Palm (A. Knap & M. Benamou, Μτφ.). Στο T. Murray (Επιμ.), Mimesis, Masochism, & Mime: The Politics of Theatricality in Contemporary French Thought (σσ. 282–288). Ann Arbor: University of Michigan Press. (Πρωτότυπη δημοσίευση στο SubStance, 5(15), 1976).

Pradier, J.-M. (2001). Ethnoscenology: The flesh is spirit. In G. Berghaus (Ed.), New approaches to theatre studies and performance analysis: Papers presented at the Colston Symposium, Bristol, 21–23 March 1997 (pp. 61–82). Tübingen: Max Niemeyer. doi.org...

Puchner, M. (2002). Stage Fright: Modernism, Anti-Theatricality, and Drama. Baltimore: Johns Hopkins University Press.

Weber, S. (2004). Theatricality as Medium. New York: Fordham University Press.

Πούχνερ, Β. (2011). Δοκίμια λαογραφικής θεωρίας. Αθήνα: Gutenberg.

Χανιώτης, Ά. (2009). Θεατρικότητα και δημόσιος βίος στον ελληνιστικό κόσμο. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

συμπληρωματική

Pavis, P. (2006). Λεξικό του θεάτρου (Α. Στρουμπούλη, Μτφ.· Κ. Γεωργουσόπουλος, Γεν. εποπτεία). Αθήνα: Gutenberg.

Warstat, M. (2005). Theatralität. Στο E. Fischer-Lichte, D. Kolesch, & M. Warstat (Επιμ.), Metzler Lexikon Theatertheorie (σσ. 358–364). Stuttgart: J. B. Metzler.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. θεατρικότητα. Ανακτήθηκε από https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/θεατρικότητα

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «θεατρικότητα». Ανακτήθηκε 24 October 2026. https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/θεατρικότητα.

MLA

«θεατρικότητα». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 24 October 2026, https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/θεατρικότητα.

1344