Thymele Logo
Search

επιθεώρηση [ουσ. θηλ.]

Articles Icon 4
Videos Icon 8
Videos Icon 4
[1]

Ορισμός

Είδος σπονδυλωτού μουσικού θεάτρου, κατεξοχήν κωμικού και σατιρικού χαρακτήρα, το οποίο παρατάσσει αυτοτελή νούμερα πρόζας, τραγουδιού και χορού χωρίς ενιαία δραματική πλοκή, με άξονες τον σχολιασμό της επικαιρότητας και τη θεαματικότητα.

Ανάπτυξη

Ο όρος επιθεώρηση αποδίδει τον γαλλικό όρο revue [ανασκόπηση]. Το είδος ανάγεται στο θέατρο του παζαριού [théâtre de la foire] του Παρισιού του 18ου αιώνα, από το οποίο κληρονόμησε την έντονη παρωδιακή του διάθεση. Τον 19ο αιώνα παγιώθηκε ως revue de fin d'année [επιθεώρηση τέλους χρονιάς], δηλαδή ως κωμική ανασκόπηση των πολιτικών και κοινωνικών γεγονότων του έτους που έληγε. Κατά το πρότυπο του γαλλικού βωντβίλ, ο διάλογος εναλλασσόταν με σατιρικά κουπλέ, προσαρμοσμένα σε γνωστές μελωδίες. Τα νούμερα συνέδεαν ο κομπέρ και η κομμέρ, οι οποίοι παρουσίαζαν επί σκηνής γνωστά πρόσωπα της εποχής, θεσμούς και προσωποποιήσεις αφηρημένων εννοιών. Από τα τέλη του 19ου αιώνα, στο Folies Bergère [Φολί Μπερζέρ] και αργότερα στο Casino de Paris [Καζινό ντε Παρί], η πολιτική σάτιρα παραχώρησε σταδιακά τη θέση της στην υπερεπιθεώρηση [revue à grand spectacle], με πολυπληθές σώμα μπαλέτου, εντυπωσιακά ταμπλώ και βεντέτες όπως η Mistinguett [Μιστενγκέτ] και η Josephine Baker [Ζοζεφίν Μπαίηκερ].


Το κύριο μορφολογικό γνώρισμα της επιθεώρησης είναι η σπονδυλωτή δομή: αυτοτελή νούμερα, όπως σκετς, μονόλογοι, τραγούδια και χορευτικά, διαδέχονται το ένα το άλλο χωρίς ενιαία δραματική πλοκή. Η αρχιτεκτονική αυτή επιτρέπει την αφαίρεση, την αντικατάσταση ή την προσθήκη νούμερων κατά τη διάρκεια της θεατρικής περιόδου, ώστε η παράσταση να παρακολουθεί την επικαιρότητα και να προσαρμόζεται στις αντιδράσεις του κοινού. Η ίδια ευελιξία, σε συνδυασμό με τον αυτοσχεδιασμό των ηθοποιών, έφερνε συχνά το είδος σε σύγκρουση με τη λογοκρισία.


Η επιθεώρηση διαδόθηκε ταχύτατα και απέκτησε τοπικές παραλλαγές. Στη Λισαβόνα, το Lisboa em 1850 [Η Λισαβόνα το 1850] (1851) εγκαινίασε τη revista à portuguesa [επιθεώρηση πορτογαλικού τύπου], η οποία πέρασε σύντομα στη Βραζιλία και αφομοιώθηκε από τη λαϊκή μουσική κουλτούρα του Ρίο ντε Τζανέιρο. Στη Μαδρίτη, η επιτυχία της La Gran Vía [Η λεωφόρος Γκραν Βία] (1886), σε μουσική των Federico Chueca [Φεδερίκο Τσουέκα] και Joaquín Valverde [Χοακίν Βαλβέρδε], συνέδεσε την ισπανική revista με τη θαρθουέλα. Από τη Μαδρίτη το είδος πέρασε στο Μπουένος Άιρες, όπου η revista porteña [επιθεώρηση του Μπουένος Άιρες] συνδύασε την ισπανική παράδοση με το παρισινό πρότυπο, ιδίως μετά την περιοδεία του θιάσου Ba-Ta-Clan [Μπα-Τα-Κλαν] της Madame Rasimi [Μαντάμ Ρασιμί] (1922), και είχε ως κέντρο της το Teatro Maipo [Τεάτρο Μάιπο]. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το The Passing Show [Το διαβατικό θέαμα] (1894) άνοιξε τον δρόμο για τις Ziegfeld Follies [Οι τρέλες του Ζήγκφελντ] (1907 – 1931) του Florenz Ziegfeld [Φλόρεντς Ζήγκφελντ], ενώ στο Λονδίνο αναπτύχθηκε η intimate revue [επιθεώρηση δωματίου], με λιτά μέσα και εκλεπτυσμένο πνεύμα. Στο Βερολίνο της δεκαετίας του 1920, ο Hermann Haller [Χέρμαν Χάλλερ] ανέβαζε υπερεπιθεωρήσεις και ο Erwin Piscator [Έρβιν Πισκάτορ] μετέτρεψε τη φόρμα σε όργανο αγκίτ-προπ με την Revue Roter Rummel [Επιθεώρηση Κόκκινος σαματάς] (1924). Στην Ιαπωνία, ο θίασος Τακαραζούκα παρουσίασε το 1927 την πρώτη ιαπωνική επιθεώρηση, το Mon Paris [Το Παρίσι μου] του Κισίντα Τατσούγια [Kishida Tatsuya]. Στην Ιταλία, η rivista [επιθεώρηση] γνώρισε μεγάλη ακμή από τη δεκαετία του 1930 έως τη δεκαετία του 1950, με συγγραφείς όπως ο Michele Galdieri [Μικέλε Γκαλντιέρι] και πρωταγωνιστές όπως ο Totò [Τοτό], η Anna Magnani [Άννα Μανιάνι] και η Wanda Osiris [Βάντα Οζίρις]. Μεταπολεμικά, οι Pietro Garinei [Πιέτρο Γκαρινέι] και Sandro Giovannini [Σάντρο Τζοβαννίνι] την εξέλιξαν σε υπερεπιθεώρηση και σταδιακά, με πρότυπο το αμερικανικό μιούζικαλ, σε commedia musicale [μουσική κωμωδία].


Στην Ελλάδα, η επιθεώρηση εμφανίστηκε το καλοκαίρι του 1894, στον απόηχο της θριαμβευτικής παρουσίασης της La Gran Vía στην Αθήνα από τον ιταλικό θίασο Γκονζάλες τον Απρίλιο του ίδιου έτους. Τα πρώτα ελληνικά δείγματα ήταν το Λίγο απ' όλα του Μίκιου Λάμπρου και το Αι υπαίθριοι Αθήναι των Ηλία Καπετανάκη και Νικολάου Λάσκαρη. Η πρώτη ακμή του είδους συνδέθηκε με τις ετήσιες επιθεωρήσεις, όπως τα Παναθήναια (από το 1907), ο Κινηματογράφος και το Πανόραμα, οι οποίες επανέρχονταν κάθε θέρος με τον ίδιο τίτλο και ανανεωμένο περιεχόμενο. Η μουσική πέρασε από τις προσαρμογές ξένων μελωδιών σε πρωτότυπες συνθέσεις, με κορυφαίους εκπροσώπους τον Θεόφραστο Σακελλαρίδη και τον Νίκο Χατζηαποστόλου. Τη δεκαετία του 1920 το είδος υποχώρησε μπροστά στην οπερέττα, για να ανακάμψει τη δεκαετία του 1930, ενσωματώνοντας τους ρυθμούς της τζαζ και μοντέρνους χορούς, όπως το φοξ-τροτ και το τσάρλεστον.


Η λογοκρισία της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου (1936 – 1941) περιόρισε την πολιτική σάτιρα, όμως η επιθεώρηση γνώρισε νέα άνθηση κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο (1940 – 1941) και την Κατοχή (1941 – 1944). Στα χρόνια της Κατοχής, ο υπαινιγμός και ο αυτοσχεδιασμός των ηθοποιών λειτούργησαν ως τρόποι παράκαμψης του προληπτικού ελέγχου των κατοχικών αρχών. Μεταπολεμικά, και ιδίως τη δεκαετία του 1950, οπότε εδραιώθηκε και στην Αθήνα η υπερεπιθεώρηση, η μουσική εμπλουτίστηκε με λατινοαμερικανικά και λαϊκά στοιχεία από συνθέτες όπως ο Γιώργος Μουζάκης. Τα κείμενα υπέγραφαν επιθεωρησιογράφοι όπως οι Αλέκος Σακελλάριος, Χρήστος Γιαννακόπουλος, Νίκος Τσιφόρος και Κώστας Πρετεντέρης. Στο χορευτικό σκέλος διακρίθηκαν χορογράφοι όπως ο Μανώλης Καστρινός και ο Γιάννης Φλερύ και χορεύτριες όπως η Λίντα Άλμα και η Χρυσούλα Ζώκα, ενώ στη σκηνή έλαμψαν ο Ορέστης Μακρής, ο Βασίλης Αυλωνίτης, οι αδελφές Άννα και Μαρία Καλουτά, η Σπεράντζα Βρανά και η Ρένα Βλαχοπούλου. Τον μικρόκοσμο αυτών των θιάσων αναπαρέστησε αργότερα η ταινία Ακροπόλ (1995) του Παντελή Βούλγαρη. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Μάνος Χατζιδάκις [Manos Hadjidakis] και ο Μίκης Θεοδωράκης [Mikis Theodorakis] επιχείρησαν να αναμορφώσουν το είδος με έργα όπως η Οδός Ονείρων (1962) και η Όμορφη πόλη (1962).


Κατά τη δικτατορία των συνταγματαρχών (1967 – 1974), η πολιτική σάτιρα κατέφυγε στην αλληγορία και στον υπαινιγμό. Στο πλαίσιο αυτό, το Ελεύθερο Θέατρο ανανέωσε ριζικά τη φόρμα με παραστάσεις όπως το …και συ χτενίζεσαι (1973), εισάγοντας έναν οξύ ειρωνικό λόγο που ανέτρεπε τις παραδοσιακές συμβάσεις. Το 1980 το Ελεύθερο Θέατρο έπαψε να λειτουργεί, και την ανανεωτική του γραμμή συνέχισε η Ελεύθερη Σκηνή, με πρωταγωνιστές την Άννα Παναγιωτοπούλου και τον Σταμάτη Φασουλή. Από την Ελεύθερη Σκηνή προήλθε και ο Λάκης Λαζόπουλος, ο οποίος έγραψε με τον Γιάννη Ξανθούλη τέσσερις επιθεωρήσεις (1982 – 1986) που έδωσαν νέα πνοή στο είδος. Ο Λαζόπουλος, κύριος φορέας της ανανέωσης έως και τη δεκαετία του 1990, χαρακτήριζε ο ίδιος τη δουλειά του νέα επιθεώρηση ή μετεπιθεώρηση. Ο όρος δηλώνει μια αναστοχαστική εκδοχή του είδους: η ίδια η επιθεώρηση καθίσταται αντικείμενο της αναπαράστασης μέσω της νοσταλγίας, του παραθέματος και της ειρωνικής αποστασιοποίησης, ενώ ένας υποτυπώδης αφηγηματικός ιστός χαλαρώνει την αυτοτέλεια των νούμερων.


Παράλληλα, τη δεκαετία του 1980, η εμπορική επιθεώρηση γνώρισε νέα άνθηση με κεντρική μορφή τον Στάθη Ψάλτη. Ο Ψάλτης αναδείχθηκε σε λαϊκό είδωλο της εποχής μέσα από την επιθεώρηση και την κινηματογραφική κωμωδία, και παρέμεινε πρωταγωνιστής του είδους έως τη δεκαετία του 2010. Η άνθηση αυτή συνοδεύτηκε από έντονη κομματική πόλωση και διόγκωση της αισχρολογίας. Από τη δεκαετία του 1990, η ιδιωτική τηλεόραση απορρόφησε μεγάλο μέρος της σάτιρας. Ο ίδιος ο Λαζόπουλος μετέφερε την επιθεωρησιακή σάτιρα στη μικρή οθόνη με το Αλ Τσαντίρι Νιουζ (από το 2004), σε μια μορφή που θυμίζει άλλοτε τη σταντ απ κωμωδία και άλλοτε τα νούμερα της κλασσικής επιθεώρησης. Στον 21ο αιώνα, το είδος διατηρεί σχεδόν αναλλοίωτη τη δομή του στα εμπορικά υπερθεάματα, όπως εκείνα του Μάρκου Σεφερλή, και επιβιώνει σε νοσταλγικές παραγωγές που ανασυνθέτουν νούμερα της παλαιάς επιθεώρησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Βίρα τις άγκυρες των Μιχάλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου, ένας φόρος τιμής στην ιστορία του είδους. Πρωτοανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο (1997) και επανήλθε στη σκηνή με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (2023).


Η δομή της επιθεώρησης άφησε το αποτύπωμά της στη θεωρία των παραστατικών τεχνών και στον κινηματογράφο. Ο Σεργκέι Αϊζενστάιν [Sergei Eisenstein] στήριξε στο μιούζικ χωλ και στο τσίρκο, δηλαδή στη λογική της παράταξης αυτοτελών νούμερων, τη θεωρία του για τη συνάρμοση [μοντάζ] των ατραξιόν (1923). Ο Siegfried Kracauer [Ζήγκφριντ Κρακάουερ] διέκρινε στις γεωμετρικές χορογραφίες των Tiller Girls [Τίλλερ Γκερλς] την αισθητική έκφραση της βιομηχανικής ορθολογικότητας (1927). Ήδη από το 1929, με ταινίες όπως το The Hollywood Revue of 1929 [Η επιθεώρηση του Χόλλυγουντ του 1929], ο κινηματογράφος οικειοποιήθηκε τη φόρμα, την οποία σταδιακά αφομοίωσε και το μιούζικαλ. Σήμερα, η υπερεπιθεώρηση επιβιώνει σε σκηνές όπως το Moulin Rouge [Μουλέν Ρουζ] στο Παρίσι και το Friedrichstadt-Palast [Φρήντριχσταντ-Πάλαστ] στο Βερολίνο, καθώς και στον θίασο Τακαραζούκα, οι παραστάσεις του οποίου κλείνουν με φαντασμαγορικό επιθεωρησιακό φινάλε.

Αγγλικά
revue
Γαλλικά
revue, la
Γερμανικά
Revue, die
Ιταλικά
rivista, La

Σχετικοί όροι

βαριετέ, ελαφρό τραγούδι, καφέ-κονσέρ, κωμειδύλλιο, νουμερίστας / νουμερίστα, ντιζέρ / ντιζέζ, σουμπρέτα

Πεδίο εφαρμογής

• Όψις και παραγωγή
• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

«…Καὶ εἶναι τύποι εὔκολοι αὐτοὶ ποὺ δημιουργοῦν; Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ λαὸς σ’ ὅλη τὴν ποικιλία του μὲ τὰ πάθη του καὶ τὴν ὀρθοφροσύνη του, μὲ τὶς προλήψεις καὶ τὶς σοφίες του, μὲ τὸ πνεῦμα του καὶ τὶς κουταμάρες του, μὲ τὸ ἀσηκλίκι καὶ τὴν κακομοιριά του, μὲ τὸ κρασί του καὶ τὸ σκόρδο του, μὲ τὸν ἀμανέ του καὶ τὸ ζεϊμπέκικό του. Καὶ καταντᾶ στὸ τέλος νὰ παραδεχθῇ κανεὶς ὅτι μ’ ὅλες τὶς προσπάθειες ποὺ γίνονταν καὶ γίνονται, αὐτὸ μένει στὸ τέλος τὸ θέατρό μας: Ψηλό, χαμηλό, ἄσχημο ἢ ὡραῖο, αὐτὸ μένει στὸ τέλος νὰ εἶναι τὸ θέατρό μας, αὐτὸ καθρεφτίζει τὴ ζωή μας, τὸ κέφι μας, τὶς δημιουργικές μας δυνατότητες στὴν τέχνη τῆς σκηνῆς, τὶς ἀληθινές, τὶς αὐθόρμητες, τὶς πρωτότυπες καὶ τὶς ντόπιες. Τὰ ἄλλα εἶναι ἀπομιμήσεις».

Στο μεσοπολεμικό αυτό χρονογράφημα ο Σπύρος Μελάς εξαίρει την αυθεντικότητα της επιθεώρησης και των λαϊκών πρωταγωνιστών της. Παρά την απουσία καλλιτεχνικής επιτήδευσης, το είδος καθρεφτίζει κατά τον Μελά τη ζωή, το κέφι και τις αυθόρμητες δημιουργικές δυνατότητες του τόπου, και αναδεικνύεται έτσι στο γνήσιο «θέατρό μας», σε αντίθεση με τις «απομιμήσεις».

Μελᾶς, Σ. (1935, 9 Αὐγούστου). Λαϊκοὶ ἠθοποιοί. Ἐλεύθερον Βῆμα.

Quote Icon

«…παρὰ τὰς ἐπανειλημμένας συστάσεις, ἔνιοι ἠθοποιοί, ἰδίως τῶν θιάσων Ἐπιθεωρήσεων καὶ Ποικιλιῶν, ἐξακολουθοῦν νὰ αὐτοσχεδιάζουν ἀπὸ σκηνῆς, εἴτε νὰ προσθέτουν φράσεις ἢ λέξεις πέραν τῶν ἐγκεκριμένων, ἀκόμη καὶ νὰ ἐκτελοῦν ἐνίοτε καὶ κατόπιν ἐλέγχου διαγραφέντα σημεῖα αὐτῶν, εἴτε καὶ διὰ χειρονομιῶν ἢ κινήσεων νὰ ἀλλοιώνουν τὴν ἔννοια τῶν κειμένων».

Απόσπασμα από εγκύκλιο της κατοχικής λογοκρισίας, που κατονομάζει ρητά τους θιάσους της επιθεώρησης. Το κείμενο καταγράφει τους τρόπους με τους οποίους οι ηθοποιοί παρέκαμπταν τον προληπτικό έλεγχο: τον αυτοσχεδιασμό, την προσθήκη μη εγκεκριμένων φράσεων, την εκτέλεση διαγραμμένων σημείων και την αλλοίωση του νοήματος με τη χειρονομία και την κίνηση. Τεκμηριώνει έτσι ότι φορέας της επιθεωρησιακής σάτιρας ήταν η ζωντανή εκτέλεση και όχι μόνο το γραπτό κείμενο.

Μαχαίρας, Ε. (1999). Η τέχνη της Αντίστασης. Αθήνα: Καστανιώτης, σ. 109.

Quote Icon

«Ἀπὸ τὸν πολύχρωμο καὶ πολύβουο αὐτὸν κόσμο ἡ Ἐπιθεώρηση πῆρε διδάγματα καὶ ὑλικὸ ἀνυπολόγιστης ἀξίας. Κινήθηκε ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ μὲ μεγάλη εὐελιξία, ἀνάμεσα στὸ καθαρὸ θέατρο καὶ στὴν παραθεατρικὴ ψυχαγωγία, χωρὶς νὰ πολυσκοτίζεται ἂν κρατᾶ τὰ προσχήματα τοῦ καλλιτεχνικοῦ καθωσπρεπισμοῦ. Ἡ καταδεκτικότητά της αὐτὴ τῆς στοίχισε τελικὰ τὴ φιλία τῶν διανοούμενων ποὺ δὲν τῆς συγχώρησαν ποτὲ τὶς ἀναξιοπρεπεῖς παρέες της. Τῆς ἐξασφάλισαν ὅμως καὶ σὰν κέρδος μιὰ ἐκφραστικὴ πληρότητα, ποὺ παρόμοιά της δὲν μπορεῖ νὰ καυχηθεῖ πὼς διαθέτει κανένα ἄλλο σκηνικὸ εἶδος στὴ χώρα».

Στο απόσπασμα η επιθεώρηση τοποθετείται ανάμεσα στο «καθαρό» θέατρο και στην παραθεατρική ψυχαγωγία, από την οποία άντλησε υλικό και σκηνικές πρακτικές. Η «καταδεκτικότητα» αυτή της στέρησε την εύνοια των διανοουμένων, της εξασφάλισε όμως μια εκφραστική πληρότητα χωρίς αντίστοιχο σε άλλο ελληνικό σκηνικό είδος. Η ανθολογία του 1977, από την οποία προέρχεται το χωρίο, σηματοδότησε τη συστηματική ένταξη της επιθεώρησης στη θεατρική ιστοριογραφία, η οποία ως τότε την παρέβλεπε.

Χατζηπανταζής, Θ. & Μαράκα, Λ. (Επιμ.). (1977). Η αθηναϊκή επιθεώρηση, τόμ. Α1. Αθήνα: Ερμής, σσ. 45–46.

Quote Icon

«Sa structure comporte des numéros de théâtre – soit autonomes, soit reliés entre eux de façon souple sur la base de quelque idée dramaturgique –, de la musique, des chansons, de la danse de ballets composés de jolies filles, une présentation progressive des acteurs des moins aux plus expérimentés et aux plus populaires, un présentateur-compère qui s'interpose entre les numéros pour commenter ce qui a précédé et introduire ce qui suit, et l'apparition finale de l'acteur principal tenant le haut de l'affiche, chargé d'assurer la communication directe avec le public. Cette structure, presque intacte, se perpétue dans les revues du nouveau siècle, même si, aux yeux de nombreux passionnés de ce genre, le déclin a déjà eu lieu.»


«Η δομή της [επιθεώρησης] περιλαμβάνει θεατρικά νούμερα (είτε αυτοτελή είτε χαλαρά συνδεδεμένα μεταξύ τους γύρω από κάποια δραματουργική ιδέα), μουσική, τραγούδια, χορό από μπαλέτα όμορφων κοριτσιών, την κλιμακωτή εμφάνιση των ηθοποιών από τους λιγότερο έμπειρους έως τους πιο έμπειρους και δημοφιλείς, έναν κομπέρ-παρουσιαστή, ο οποίος παρεμβάλλεται ανάμεσα στα νούμερα για να σχολιάσει όσα προηγήθηκαν και να προλογίσει όσα ακολουθούν, και, στο τέλος, την εμφάνιση του πρωταγωνιστή που κατέχει την πρώτη θέση στην αφίσα και αναλαμβάνει την άμεση επικοινωνία με το κοινό. Η δομή αυτή διαιωνίζεται σχεδόν ανέπαφη στις επιθεωρήσεις του νέου αιώνα, παρόλο που, στα μάτια πολλών λάτρεων του είδους, η παρακμή έχει ήδη συντελεστεί.»

Ο Γρηγόρης Ιωαννίδης συνοψίζει τα σταθερά δομικά στοιχεία της επιθεώρησης: τα αυτοτελή ή χαλαρά συνδεδεμένα νούμερα, το μπαλέτο, την κλιμακωτή εμφάνιση των ηθοποιών, τον κομπέρ και την τελική είσοδο του πρωταγωνιστή. Κατά τον μελετητή, η δομή αυτή επιβιώνει σχεδόν ανέπαφη στις επιθεωρήσεις του 21ου αιώνα, παρότι πολλοί λάτρεις του είδους θεωρούν ότι η παρακμή του έχει ήδη συντελεστεί.

Ioannidis, G. (2024). Post-revue et revue métamoderne dans le théâtre grec du XXIe siècle: À la recherche des nouvelles formes d'une ancienne espèce. Bulletin de correspondance hellénique moderne et contemporain, 10, 115–128, § 6. doi.org...

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

La revue des revues [Η επιθεώρηση των επιθεωρήσεων]: αρχειακό απόσπασμα της Radio Télévision…

«Die Lorelei» [«Η Λορελάι»], ζωντανός πίνακας σε Technicolor από την ταινία Glorifying the American Girl

Appuntamento con il teatro di rivista [Ραντεβού με το θέατρο της επιθεώρησης]: απόσπασμα…

Η μεγάλη αθηναϊκή επιθεώρηση, τηλεοπτική σειρά της ΕΡΤ σε σκηνοθεσία Γιώργου Μ. Δάμπαση και…

Τα αλαλούμια, τηλεοπτική επιθεώρηση της Ελεύθερης Σκηνής (ΕΡΤ, Το Θέατρο της Δευτέρας, 27…

Βίρα τις άγκυρες των Μιχάλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου, σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή (Εθνικό Θέατρο,…

Αλ Τσαντίρι Νιουζ, ζωντανή σατιρική εκπομπή του Λάκη Λαζόπουλου (Alpha TV, 23 Νοεμβρίου 2010),…

Η ταινία The Hollywood Revue of 1929 [Η επιθεώρηση του Χόλλυγουντ του 1929]…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Ταμπλώ από revista porteña [επιθεώρηση του Μπουένος Άιρες] της δεκαετίας του 1920 (περ. 1925): το…

Εξώφυλλο του βιβλίου Επιθεώρηση καψούρα μου (Γλάρος, 1985) της Σπεράντζας Βρανά, μίας από τις πρωταγωνίστριες…

Μέλη του θιάσου της επιθεώρησης Και Νου Δου & Light…! (Θέατρο Παρκ, 1990), παραγωγή του…

Προωθητική εικόνα της επιθεώρησης ΠΑΣΟΚ μου, sorry… (Θέατρο Περοκέ, χειμερινή περίοδος 2003 – 2004), με…

βασική

Bara, O., Piana, R. & Yon, J.-C. (Επιμ.). (2015). En revenant à la revue: La revue de fin d'année au XIXe siècle. Revue d'histoire du théâtre, 266, 195–308.

Bordman, G. (1985). American musical revue: From The Passing Show to Sugar Babies. New York: Oxford University Press.

Bourgeois, J. (2000). 100 ans de revues genevoises: L'histoire et les histoires de la Revue genevoise de sa création à nos jours. Genève: Département des affaires culturelles de la Ville de Genève.

Demaría, G. (2011). La revista porteña: Teatro efímero entre dos revoluciones (1890–1930). Buenos Aires: Instituto Nacional del Teatro.

Eisenstein, S. (1974). Montage of attractions: For "Enough stupidity in every wiseman" (D. Gerould, Μετ.). The Drama Review: TDR, 18(1), 77–85.

Georgakaki, K. (2024). L'érotisme dans la revue des années 1950. Bulletin de correspondance hellénique moderne et contemporain, 10, 45–61. doi.org...

Golden, E. (2000). Anna Held and the birth of Ziegfeld's Broadway. Lexington: University Press of Kentucky.

Ioannidis, G. (2024). Post-revue et revue métamoderne dans le théâtre grec du XXIe siècle: À la recherche des nouvelles formes d'une ancienne espèce. Bulletin de correspondance hellénique moderne et contemporain, 10, 115–128. doi.org...

Jansen, W. (1987). Glanzrevuen der zwanziger Jahre. Berlin: Edition Hentrich.

Kracauer, S. (1995). The mass ornament: Weimar essays (T. Y. Levin, Μετ. & Επιμ.). Cambridge, MA: Harvard University Press.

Lakidou, I. (2018). Theatrical satire and dictatorship: The case of the "Elefthero Theatro" and the show …και συ χτενίζεσαι, summer 1973. Parabasis, 16(1), 57–85.

Mizejewski, L. (1999). Ziegfeld girl: Image and icon in culture and cinema. Durham: Duke University Press.

Γεωργακάκη, Κ. (2005). Από τη «Διονυσιακή» Λίντα Άλμα στην «αγαλματώδη» Χρυσούλα Ζώκα: Το μπαλέτο στην αθηναϊκή επιθεώρηση τη δεκαετία του 1950. Παράβασις, 6, 57–94.

Γεωργακάκη, Κ. (2013). 1894–2014: Η εφήμερη γοητεία της επιθεώρησης. Αθήνα: Polaris.

Γεωργακάκη, Κ. (2014). Σκηνογραφικές αναζητήσεις στην επιθεώρηση της δικτατορίας. Στο Ι. Πιπινιά, Α. Δημητριάδης & Ά. Σταυρακοπούλου (Επιμ.), Σκηνική πράξη στο μεταπολεμικό θέατρο: Συνέχειες και ρήξεις. Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου αφιερωμένου στον Νικηφόρο Παπανδρέου (σσ. 141–150). Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις ΑΠΘ.

Γεωργακάκη, Κ. (2015). Βίος και πολιτεία μιας γηραιάς κυρίας στην επταετία: Επιθεώρηση και δικτατορία (1967–1974). Θεσσαλονίκη: Ζήτη.

Κωνσταντινάκου, Π. (2011). Κέντρο-Περιφέρεια: Η διαλεκτική του χώρου στην αθηναϊκή επιθεώρηση (1894–1922). Στο Ι. Βιβιλάκης (Επιμ.), Το θέατρο στην Ελλάδα τον 20ό αιώνα: Από το θέατρο των ιδεών στο μεταμοντέρνο. Πρακτικά Α΄ Θεατρολογικού Συνεδρίου (σσ. 153–166). Αθήνα: ΠΕΣΥΘ & Ergo.

Μαράκα, Λ. (Επιμ.). (2000α). Ελληνική θεατρική επιθεώρηση 1894–1926: Τέσσερα κείμενα, τόμ. Α΄–Β΄. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Μαράκα, Λ. (2000β). Η ισπανική επιθεώρηση «Γκραν Βία» στην αθηναϊκή σκηνή (1894). Παράβασις, 3, 167–179.

Μαράκα, Λ. (2005). Η ελληνική θεατρική επιθεώρηση ως πολιτικό θέατρο. Παράβασις, 6, 107–121.

Μαράκα, Λ. (2006). Ο χορός στην ελληνική θεατρική επιθεώρηση: Συστατικό, δομικό και λειτουργικό στοιχείο του επιθεωρησιακού θεατρικού θεάματος. Παράβασις, 7, 79–88.

Σειραγάκης, Μ. (2009). Το ελαφρό μουσικό θέατρο στη μεσοπολεμική Αθήνα, τόμ. Α΄: Τα γεγονότα και τα ζητήματα· τόμ. Β΄: Οι άνθρωποι και τα έργα. Αθήνα: Καστανιώτης.

Σειραγάκης, Μ. (2014). Όμορφες πόλεις μαγικές με Γειτονιές Αγγέλων και Οδούς Ονείρων: Η προσπάθεια του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζιδάκι να αναμορφώσουν το ελαφρό μουσικό θέατρο του 1960. Στο Ι. Πιπινιά, Α. Δημητριάδης & Ά. Σταυρακοπούλου (Επιμ.), Σκηνική πράξη στο μεταπολεμικό θέατρο: Συνέχειες και ρήξεις. Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου αφιερωμένου στον Νικηφόρο Παπανδρέου (σσ. 113–124). Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις ΑΠΘ.

Σειραγάκης, Μ. (2020). Θεατρικοί αστέρες, πειθαρχία και κράτος: Το επάγγελμα του ηθοποιού στον Μεσοπόλεμο. Στο Ε. Ά. Δελβερούδη & Ν. Ποταμιάνος (Επιμ.), Δουλεύοντας στον χώρο του θεάματος: Θέατρο και κινηματογράφος στην Ελλάδα, 19ος–20ός αιώνας (σσ. 53–77). Ρέθυμνο: Πανεπιστήμιο Κρήτης, Φιλοσοφική Σχολή.

Χατζηπανταζής, Θ. & Μαράκα, Λ. (Επιμ.). (1977). Η αθηναϊκή επιθεώρηση, τόμ. Α1–Α3. Αθήνα: Ερμής.

συμπληρωματική

Gänzl, K. (2001). The encyclopedia of the musical theatre (2η έκδ.). New York: Schirmer Books.

Lamb, A., Root, D. L. & O'Connor, P. (2001). Revue. Στο Grove Music Online. Oxford: Oxford University Press. doi.org...

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. επιθεώρηση. Ανακτήθηκε από https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/επιθεώρηση

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «επιθεώρηση». Ανακτήθηκε 24 October 2026. https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/επιθεώρηση.

MLA

«επιθεώρηση». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 24 October 2026, https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/επιθεώρηση.

1344