Thymele Logo
Search

ηθογραφία [ουσ. θηλ.]

Articles Icon 3
Videos Icon 5
Videos Icon 4
[1]

Ορισμός

Τάση της δραματουργίας και της σκηνικής πράξης, με αντίστοιχες εκφάνσεις στη λογοτεχνία και στη ζωγραφική, που αναπαριστά με αληθοφάνεια την καθημερινή ζωή, τα ήθη και τα έθιμα μιας συγκεκριμένης κοινότητας μέσα από αντιπροσωπευτικούς τύπους και ιδιωματική γλώσσα.

Ανάπτυξη

Η ηθογραφία συγκροτήθηκε αρχικά ως εικαστικό είδος [genre] με αντικείμενο σκηνές από τον βίο των αγροτικών και λαϊκών στρωμάτων. Άνθισε στις Κάτω Χώρες τον 17ο αιώνα, παράλληλα με την τοπιογραφία και τη νεκρή φύση, συχνά με κωμική ή ηθικοπλαστική πρόθεση. Στο Σαλόνι [Salon] της Βασιλικής Ακαδημίας Ζωγραφικής και Γλυπτικής του Παρισιού κατείχε την τρίτη θέση στην ιεραρχία των ειδών, μετά την ιστορική ζωγραφική και την προσωπογραφία. Στην ελληνική ζωγραφική του 19ου αιώνα την καλλιέργησαν κυρίως οι ζωγράφοι της Σχολής του Μονάχου, όπως ο Νικηφόρος Λύτρας, ο Νικόλαος Γύζης και ο Γεώργιος Ιακωβίδης.


Στις παραστατικές τέχνες η απεικόνιση του αγροτικού κόσμου προηγήθηκε χρονικά, αρχικά όμως με όρους εξιδανίκευσης. Το αναγεννησιακό ποιμενικό δράμα, με τον Αμύντα [Aminta] (1573) του Torquato Tasso [Τορκουάτο Τάσσο] και τον Πιστό βοσκό [Il pastor fido] (1590) του Giovanni Battista Guarini [Τζοβάννι Μπαττίστα Γκουαρίνι], καθιέρωσε μια συμβατική Αρκαδία βοσκών και νυμφών. Η Αρκαδία αυτή διαπέρασε τα ιντερμέδια, το μελικό δράμα και το αυλικό μπαλέτο [ballet de cour]. Στον ελληνικό χώρο η Πανώρια του Γεωργίου Χορτάτση (περ. 1600) εμπλούτισε το πρότυπο με στοιχεία της κρητικής υπαίθρου και διαλέκτου.


Η στροφή από την ποιμενική σύμβαση στην παρατήρηση του σύγχρονου βίου συντελέστηκε τον 18ο αιώνα. Ο Carlo Goldoni [Κάρλο Γκολντόνι] έφερε στη σκηνή τους ψαράδες της Κιότζιας, με τη διάλεκτο και τις έριδές τους, στους Καβγάδες στην Κιότζια [Le baruffe chiozzotte] (1762). Στον χορό, ο Jean Dauberval [Ζαν Ντωμπερβάλ], στο πνεύμα του μπαλέτου δράσης [ballet d'action], παρουσίασε απλούς ανθρώπους της εποχής του στον Λιποτάκτη [Le Déserteur] (1784) και στην Κακοφυλαγμένη κόρη [La fille mal gardée] (1789). Το δεύτερο είναι μπαλέτο της υπαίθρου, με χωρικούς τύπους και κωμική ζωντάνια.


Τον 19ο αιώνα η ηθογραφική τάση τροφοδότησε το βιεννέζικο λαϊκό θέατρο [Volksstück] και τα δράματα του Αλεξάντρ Οστρόφσκι [Aleksandr Ostrovsky] για τον βίο των Ρώσων εμπόρων. Τροφοδότησε επίσης τον ιταλικό βερισμό, με την Cavalleria rusticana [Χωριάτικος ιπποτισμός] του Giovanni Verga [Τζοβάννι Βέργκα] (1884) και την ομότιτλη όπερα του Pietro Mascagni [Πιέτρο Μασκάνι] (1890).


Στην Ελλάδα η ηθογραφία συνδέθηκε με τη λογοτεχνική γενιά του 1880 και με τη λαογραφία του Νικολάου Πολίτη. Ο διαγωνισμός διηγήματος του περιοδικού Εστία (1883) έστρεψε την πεζογραφία προς την ελληνική ύπαιθρο, ενώ Το ταξίδι μου (1888) του Γιάννη Ψυχάρη ενίσχυσε τη χρήση της δημοτικής. Στη σκηνή, κύριος φορέας της ηθογραφίας υπήρξε το κωμειδύλλιο, που καθιέρωσε ο Δημήτριος Κορομηλάς με την Τύχη της Μαρούλας (1889), έργο στο οποίο αντιπαρέθετε την αγνότητα της υπαίθρου στην υποκρισία της πρωτεύουσας. Το δραματικό ειδύλλιο, από τον Αγαπητικό της βοσκοπούλας (1891) του ίδιου έως τη Γκόλφω (1893) του Σπυρίδωνος Περεσιάδη, μετέφερε τα ίδια μοτίβα σε δραματικό τόνο. Η επιθεώρηση αξιοποίησε κι αυτή λαϊκούς τύπους και τοπικά ιδιώματα. Τη δεκαετία του 1920 η ηθογραφία κυριάρχησε και στην πρόζα, με έργα όπως Το φιντανάκι (1921) του Παντελή Χορν και τα Αρραβωνιάσματα (1925) του Δημήτρη Μπόγρη, τα οποία οι ίδιοι οι συγγραφείς χαρακτήρισαν ρητά ηθογραφίες στους υποτίτλους τους («αθηναϊκή ηθογραφία» και «ηθογραφικό δράμα» αντίστοιχα).


Στο λυρικό θέατρο η ηθογραφική τάση είχε εκδηλωθεί ήδη με τον Υποψήφιο βουλευτή (1867) του Σπυρίδωνος Ξύνδα, σε λιμπρέτο Ιωάννη Ρινοπούλου. Ήταν η πρώτη όπερα σε ελληνικό κείμενο και σατίριζε τα πολιτικά ήθη της επτανησιακής κοινωνίας. Το 1888 ο Παύλος Καρρέρ [Paolo Carrer] σχεδίασε την πρώτη ελληνική οπερέττα, τον Κόντε-Σπουργίτη, σε λιμπρέτο Ιωάννη Τσακασιάνου, ως επτανησιακή ηθογραφία. Αργότερα το ηθογραφικό στοιχείο χαρακτήρισε οπερέττες όπως η Κρητικοπούλα (1916) του Σπυρίδωνος Σαμάρα [Spyridon Samaras] και οι Απάχηδες των Αθηνών (1921) του Νίκου Χατζηαποστόλου.


Η χρήση του όρου ως ειδολογικού χαρακτηρισμού προκάλεσε αντιγνωμίες, λόγω της συγγένειας της ηθογραφίας με τον ρεαλισμό και τον νατουραλισμό. Η κριτική επισήμανε την τυποποίηση και τη στατικότητα των χαρακτήρων. Οι ποικίλες υποκατηγορίες (αγροτική, αστική, νησιώτικη, επτανησιακή, θαλασσινή, ειδυλλιακή ηθογραφία) μαρτυρούν επίσης ότι τα όρια του είδους ήταν ασαφή. Στον Μεσοπόλεμο ο όρος απέκτησε αρνητικές συνδηλώσεις: η γενιά του '30 τον ταύτισε με τον επαρχιωτισμό και την οπισθοδρόμηση, σε αντίθεση με το αίτημά της για μια οικουμενική, ευρωπαϊκή τέχνη. Μετά τον πόλεμο, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης στην Αυλή των θαυμάτων (1957) απάλλαξε το λαϊκό υπόβαθρο της ηθογραφίας από την ειδυλλιακή και επιφανειακή απεικόνιση και το μετέπλασε σε κοινωνικό ρεαλισμό. Ο όρος χρησιμοποιείται ακόμη, ενώ σύγχρονες σκηνοθετικές αναγνώσεις δίνουν νέο νόημα στα κλασικά ηθογραφικά έργα.

Αγγλικά
ethography; genre painting
Γαλλικά
tableau de mœurs, le; peinture de genre, la
Γερμανικά
Sittenschilderung, die; Genremalerei, die
Ιταλικά
bozzettismo, il; pittura di genere, la

Συνώνυμα

ρωπογραφία (στις εικαστικές τέχνες)

Σχετικοί όροι

αστικό δράμα, εξωτισμός, ηθολογία, ιδεαλισμός, κωμωδία ηθών, στερεότυπος χαρακτήρας, ψυχογραφία, οριενταλισμός

Πεδίο εφαρμογής

• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

«[...] Η ηθική διαπαιδαγώγηση του κοινού και η μετάπλασή του σε πολίτες [...] διαμεσολαβήθηκε στην τέχνη του 18ου αιώνα και του δεύτερου μισού από τις «οπτικές τεχνολογίες» που το Salon έθεσε σε λειτουργία στο δημόσιο χώρο. Η ίδια η πράξη της έκθεσης και οι ιεραρχίες της όρασης σε λειτουργία κατά τη διαδικασία έκθεσης των έργων έπαιξαν ρυθμιστικό ρόλο όχι μόνο για την υποδοχή των έργων στο Salon, αλλά και για τη δόμηση του θεατή υπό τους όρους τόσο στενά συνυφασμένους με το εγχείρημα του Νεοκλασικισμού και των αρχών του Διαφωτισμού στους οποίους βασίστηκε, δηλαδή την ίδια τη δυνατότητα άσκησης της κρίσης και αισθητικής απόλαυσης κατά τη συνάντηση με τα έργα.


[...] Έτσι, η ηθική διαπαιδαγώγηση των πολιτών μέσω από την καλλιέργεια του βλέμματος με εργαλείο και μέσο τα έργα τέχνης, αλλά και την οπτική τεχνολογία του Salon, προϋπέθετε για το 18ο αιώνα την κατά κυριολεξία ιεράρχηση των έργων και του βλέμματος μέσα από την πράξη και τις αρχές της έκθεσής τους. Το σχήμα των έργων και η θέση τους στο χώρο και στους τοίχους του Salon έπαιζε σημαντικό ρόλο στην καλλιέργεια αυτής της ιεραρχικής όρασης και του ιεραρχημένου βλέμματος, αφού το υψηλότερο σημείο αποτελούσε το χώρο παρουσίασης των σημαντικότερων κατά την κρίση της Ακαδημίας έργων, κάτι το οποίο συνδεόταν και με το μέγεθός τους, δηλαδή το σχήμα και ιδιαίτερες διαστάσεις τους. [...]


Έτσι, [...] η ιεράρχηση αυτή των ειδών καθίστατο διακριτή στους τρόπους έκθεσης των έργων. Στην Ιστορική ζωγραφική ακολουθούσε η προσωπογραφία, και στη συνέχεια η ηθογραφία, η τοπιογραφία και, τέλος, οι νεκρές φύσεις.


Το ζήτημα των ειδών και, άρα, της ένταξης της σύνθεσης σε ένα από αυτά ήταν κρίσιμης σημασίας για την ίδια τη δυνατότητα έκθεσης των έργων στο Salon, αφού η συμβατότητα και ένταξη του υπό κρίση έργου σε μια από αυτές τις κατηγορίες αποτελούσε προαπαιτούμενο για την επιλογή του έργου.»

Το απόσπασμα τοποθετεί την ηθογραφία στην ιεραρχία των ζωγραφικών ειδών του Σαλόν [Salon] της Βασιλικής Ακαδημίας Ζωγραφικής και Γλυπτικής του Παρισιού: τρίτη, μετά την ιστορική ζωγραφική και την προσωπογραφία, και πριν από την τοπιογραφία και τη νεκρή φύση. Η κατάταξη είχε ως κριτήριο την ευγένεια του θέματος, όπως και η κλασικιστική ποιητική, και καθόριζε το ύψος ανάρτησης και το μέγεθος των έργων, αλλά και την ίδια τη δυνατότητα έκθεσής τους. Η ηθογραφία, ως απεικόνιση του καθημερινού βίου, εντάχθηκε έτσι σε ένα σύστημα αξιολογικής ιεράρχησης του βλέμματος, που στο πλαίσιο του νεοκλασσικισμού και του Διαφωτισμού συνδεόταν με την ηθική διαπαιδαγώγηση του κοινού.

Κανιάρη, Α. (2015). Το φαινόμενο του μουσείου και το γεγονός της τέχνης: Το εικαστικό συμβάν και η ιστορία της τέχνης από τα cabinets of curiosities και το Salon στους νέους θεσμούς της τέχνης (σσ. 40–41). Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη.

Quote Icon

«Ο Καρρέρ οραματίστηκε την πρώτη ελληνική οπερέτα, όχι ως μία ελευθεριάζουσα μουσική κωμωδία της κρεβατοκάμαρας, παρά ως μία ανάλαφρη επτανησιακή ηθογραφία, με τοπικό χρώμα, κανταδόρικη μουσική και ιδιωματική γλώσσα. Μολονότι ο Κόντες [Σπουργίτης] δεν ευδόκησε να ολοκληρωθεί και να παρουσιαστεί στη σκηνή, δικαίως πρέπει να θεωρηθεί αν όχι το πρώτο, ένα από τα πρώτα δείγματα ελληνικού ελαφρού μουσικού θεάτρου.»

Στο απόσπασμα της Αύρας Ξεπαπαδάκου υποστηρίζεται ότι η ηθογραφία λειτουργεί ως η ίδια η γενεσιουργός αρχή ενός νέου είδους, της πρώιμης επτανησιακής οπερέττας: ο Παύλος Καρρέρ [Paolo Carrer] άντλησε το θεματικό υλικό του Κόντε Σπουργίτη από τα ομώνυμα ηθογραφικά σατιρικά στιχουργήματα Οἱ Σπουργῖτες (1884) του Ιωάννη Τσακασιάνου, που αποτύπωναν τη ζακυνθινή καθημερινότητα. Έτσι η επτανησιακή οπερέττα γεννήθηκε όχι από μουσικό πρότυπο αλλά από ηθογραφική, τοπική λογοτεχνική πηγή.

Ξεπαπαδάκου, Α. (2013). Παύλος Καρρέρ (σ. 365). Αθήνα: Fagottobooks.

Quote Icon

«Ἠθογραφία νομίζω πὼς εἶναι μιὰ λέξη καὶ δὲν λέει τίποτα. Ἂν μὲν σημαίνει, ὅπως γίνεται πολλὲς φορὲς Λαογραφία, τότε εἶναι ξένη πρὸς τὴ λογοτεχνία καὶ δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ἀπασχολήσει. Ἂν τὸ ἠθογραφικὸ στοιχεῖο εἶναι πάλι διακοσμητικό, δευτερεῦον, τότε τὸ ἔργο ἀδικοῦμε ἀποκαλώντας τὸ ἠθογραφικὸ καὶ πλαστογραφοῦμε τὴν ἀληθινὴ ἀξία του, ποὺ δὲν εἶναι διακοσμητικὴ ἀλλὰ ἀνθρώπινη. […] Μὲ θεώρησαν διεθνιστή, πολέμιο τῆς ἠθογραφίας, ἐνῶ δὲν ἤμουν παρὰ πολέμιος τῆς ἠθογραφίας σὰν ὅρου, χαρακτηρισμοῦ κακόζηλου καὶ ἱκανοῦ νὰ προκαλεῖ πάντα τὶς χειρότερες παρεξηγήσεις. Ἂν κατορθώναμε νὰ καταργήσουμε ἀπὸ τὴ ζωή μας κάτι τέτοιες ὁρολογίες, θὰ συνεννοούμασταν καλύτερα. Δὲ θὰ χάναμε τὸ καιρό μας τότε νὰ ἐρευνοῦμε, ἂν ἕνα ἔργο εἶναι ἢ ὄχι ἠθογραφικὸ ἀλλὰ θὰ κοιτάζαμε ἂν εἶναι ἔργο τέχνης ἢ ὄχι».

Ο πεζογράφος και δραματουργός Άγγελος Τερζάκης αμφισβητεί την εγκυρότητα της ηθογραφίας ως ειδολογικού όρου. Τη χαρακτηρίζει «κακόζηλη», γιατί είτε συγχέει τη λογοτεχνία με τη λαογραφία είτε περιορίζει την ανθρώπινη αξία του έργου σε διακοσμητικό στοιχείο. Η τοποθέτησή του, σε θεατρικό περιοδικό του 1939, τεκμηριώνει τη μεσοπολεμική απαξίωση του όρου από τη γενιά του '30, η οποία ταύτιζε την ηθογραφία με τον επαρχιωτισμό και διεκδικούσε μια οικουμενική, ευρωπαϊκή τέχνη, και αναδεικνύει τον όρο σε πεδίο αξιολογικής και ιδεολογικής διαμάχης.

Τερζάκης, Ἄ. (1939, 11 Μαρτίου). Ἡ πνευματική μας ζωή, ὅπως τὴν βλέπουν οἱ νέοι συγγραφεῖς. Τὰ Παρασκήνια, 11, 6.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Η Beth Harris [Μπεθ Χάρρις] και ο Steven Zucker [Στήβεν Ζάκερ] εξηγούν τι είναι η…

Η Τύχη της Μαρούλας (1889) του Δημητρίου Κορομηλά, το έργο που καθιέρωσε το κωμειδύλλιο, σε…

Το φιντανάκι (1955), σε σενάριο και σκηνοθεσία Ιάσονα Νόβακ, η μοναδική κινηματογραφική μεταφορά έργου…

Η Φλαντρώ (1925) του Παντελή Χορν σε ραδιοφωνική παραγωγή, με σκηνοθεσία Πέτρου Νάκου και τη…

Η υποδοχή του υποψηφίου βουλευτή κυρ Πολυλογά στο χωριό, με τα παραδοσιακά ταμπουρλονιάκαρα (ταμπούρλο και…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Νικόλαος Γύζης, Αποκριά στην Αθήνα (περ. 1892). Το αποκριάτικο γλέντι αποδίδει με ζωντάνια τα λαϊκά…

Γεώργιος Ιακωβίδης, Παιδική συναυλία (1900). Η σκηνή με τα μουσικόφιλα παιδιά αποδίδει με τρυφερότητα και…

Σχέδια κοστουμιών για το μπαλέτο-παντομίμα Le Déserteur [Ο λιποτάκτης] του Jean Dauberval [Ζαν…

Σκηνή από τις Φουσκοθαλασσιές (1937) του Δημήτρη Μπόγρη, σε παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου στο Δημοτικό…

βασική

Puchner, W. (1998). Modernism in Modern Greek theatre (1895–1922). Κάμπος: Cambridge Papers in Modern Greek, 6, 51–80.

Vitti, M. (1991). Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας (Δ. Ν. Μαρωνίτης, Μετ.· 3η έκδ.· 1η έκδ. 1974). Αθήνα: Κέδρος.

Zellweger, R. (1941). Les débuts du roman rustique : Suisse, Allemagne, France, 1836–1856. Paris : E. Droz.

Βασιλείου, Α. (2004). Εκσυγχρονισμός ή παράδοση; Το θέατρο πρόζας στην Αθήνα του Μεσοπολέμου. Αθήνα: Μεταίχμιο.

Βαφειάδου, Έ. (1996). Το Φιντανάκι. Εισαγωγικά. Στο Π. Χορν, Τα θεατρικά (Έ. Βαφειάδου, Επιμ.· Τόμ. Β΄, σσ. 213–241). Αθήνα: Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν.

Γεωργοπούλου, Β. (2008). Δραματικά είδη. Η ηθογραφία. Στο Η θεατρική κριτική στην Αθήνα του Μεσοπολέμου (Τόμ. Α΄, σσ. 326–342). Αθήνα: Αιγόκερως.

Θρύλος, Ἄ. (1961). Παντελὴς Χόρν. Ἕνας ποιητής. Στο Μορφὲς καὶ θέματα τοῦ θεάτρου (σσ. 126–149). Ἀθήνα: Δίφρος.

Κανιάρη, Α. (2015). Το φαινόμενο του μουσείου και το γεγονός της τέχνης: Το εικαστικό συμβάν και η ιστορία της τέχνης από τα cabinets of curiosities και το Salon στους νέους θεσμούς της τέχνης. Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη.

Ξεπαπαδάκου, Α. (2013). Παύλος Καρρέρ. Αθήνα: Fagottobooks.

Ξύνδας, Σ., & Ρινόπουλος, Ι. (2017). Ο Υποψήφιος: Επετειακή έκδοση (1867–2017). Ερευνητικά κείμενα, λιμπρέτο, σπαρτίτο (Κ. Καρδάμης, Γεν. επιμ.). Κέρκυρα: Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας.

Πούχνερ, Β. (1984). Το Φιντανάκι και η κληρονομιά της ηθογραφίας. Στο Ευρωπαϊκή θεατρολογία: Ένδεκα μελετήματα (σσ. 319–331). Αθήνα: Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν.

Σειραγάκης, Μ. (2009). Το ελαφρό μουσικό θέατρο στη μεσοπολεμική Αθήνα: Τόμ. Α΄. Τα γεγονότα και τα ζητήματα. Αθήνα: Καστανιώτης.

Σιδέρης, Γ. (1964). Δημ. Μπόγρης (1890–1964). Νέα Ἑστία, 76(891), 1198–1202.

Τζιόβας, Δ. (1989). Οι μεταμορφώσεις του εθνισμού και το ιδεολόγημα της ελληνικότητας στο μεσοπόλεμο. Αθήνα: Οδυσσέας.

Χατζηπανταζής, Θ. (1981). Το κωμειδύλλιο: Τόμ. Α΄. Το κωμειδύλλιο και η εποχή του. Αθήνα: Ερμής.

Χορν, Π. (1993–1999). Τα θεατρικά (Έ. Βαφειάδου, Εισαγ.-Επιμ.· Τόμ. Α΄–Ε΄). Αθήνα: Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν.

συμπληρωματική

Brockett, O. G. (1995). History of the theatre (7th ed.). Boston: Allyn and Bacon.

Constantinou, A. H. (2007). Post-independence Cypriot dramaturgy (1960 onwards). Études helléniques / Hellenic Studies, 15(2), 237–252.

Knowles, D. (1967). French drama of the inter-war years, 1918–39. London: Harrap.

Xepapadakou, A. (2019). Operetta in Greece. In A. Belina & D. B. Scott (Eds.), The Cambridge companion to operetta (pp. 167–186). Cambridge: Cambridge University Press.

Λαμπράκη-Πλάκα, Μ. (Επιμ.). (2001). Εθνική Πινακοθήκη, 100 χρόνια: Τέσσερις αιώνες ελληνικής ζωγραφικής. Από τις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης και του Ιδρύματος Ευριπίδη Κουτλίδη. Αθήνα: Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.

Λιτσαρδοπούλου, Ν. (2014). Η ζωγραφική παραγωγή των Κάτω Χωρών κατά τον 17ο αιώνα. Αθήνα: Ι. Σιδέρης.

Λυγίζος, Μ. (1980). Το νεοελληνικό πλάι στο παγκόσμιο θέατρο (Τόμ. Α΄). Αθήνα: Δωδώνη.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. ηθογραφία. Ανακτήθηκε από https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/ηθογραφία

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «ηθογραφία». Ανακτήθηκε 24 October 2026. https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/ηθογραφία.

MLA

«ηθογραφία». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 24 October 2026, https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/ηθογραφία.

1344