Thymele Logo
Search

όπερα-μπαλάντα [ουσ. θηλ.]

Articles Icon 2
Videos Icon 4
Videos Icon 5
[1]

Ορισμός

Είδος αγγλικού μουσικού θεάτρου που άκμασε κατά τις δεκαετίες του 1720 και του 1730 και χαρακτηρίζεται από την εναλλαγή ομιλούμενου διαλόγου και σύντομων τραγουδιών σε προϋπάρχουσες δημοφιλείς μελωδίες, συχνά με σατιρική στόχευση απέναντι στις συμβάσεις της ιταλικής όπερας σέρια και στην πολιτική επικαιρότητα.

Ανάπτυξη

Η όπερα-μπαλάντα [ballad opera] εμφανίστηκε στο Λονδίνο σε μια περίοδο κατά την οποία κυριαρχούσε η ιταλική όπερα σέρια, κυρίως μέσω των έργων του Georg Friedrich Händel [Γκέοργκ Φρήντριχ Χαίντελ] για τη Royal Academy of Music (1719-1728). Η αγγλική θεατρική παράδοση, από το ελισαβετιανό και το ιακωβιανό θέατρο και μετά, είχε θέσει τον έντεχνο προφορικό λόγο στο κέντρο της παράστασης. Γι' αυτό το αγγλικό κοινό αντιμετώπιζε με επιφύλαξη τα εξ ολοκλήρου αδόμενα είδη. Η κύρια εγχώρια λύση του ύστερου 17ου αιώνα ήταν η ημι-όπερα [semi-opera], στην οποία η μουσική πλαισίωνε την πρόζα, όπως στο King Arthur [Βασιλιάς Αρθούρος] (1691) του Henry Purcell [Χένρυ Πέρσελ]. Το Dido and Aeneas [Διδώ και Αινείας] (πιθανότατα 1689) του ίδιου συνθέτη συγκέρασε γαλλικά, ιταλικά και αγγλικά στοιχεία, αλλά έμεινε μεμονωμένο παράδειγμα αγγλικής όπερας χωρίς συνέχεια.


Καθοριστικό πρότυπο του νέου είδους ήταν η γαλλική opéra-comique en vaudevilles των παρισινών θεάτρων των παζαριών [théâtres de la Foire]. Εκεί συγγραφείς όπως ο Alain-René Lesage [Αλαίν-Ρενέ Λεσάζ] έγραφαν νέους στίχους σε γνωστούς σκοπούς, τα λεγόμενα βωντβίλ [vaudevilles]. Ως πρόδρομος θεωρείται και το The Gentle Shepherd [Ο ευγενής βοσκός] (1725) του Allan Ramsay [Άλλαν Ράμσεϋ]. Το είδος καθιερώθηκε με το The Beggar's Opera [Η όπερα του ζητιάνου] του John Gay [Τζων Γκέυ], που πρωτοπαρουσιάστηκε στις 29 Ιανουαρίου 1728 στο θέατρο του Lincoln's Inn Fields και έδωσε 62 συνεχόμενες παραστάσεις. Ο Johann Christoph Pepusch [Γιόχαν Κρίστοφ Πέπους] έγραψε την εισαγωγή και εναρμόνισε τις 69 μελωδίες του έργου. Αυτές προέρχονταν από μπαλάντες σε φυλλάδια, λαϊκούς σκοπούς, χορούς, ύμνους και οπερατικές άριες. Ο Gay έγραψε νέους στίχους, συχνά με νόημα αντίθετο από το αρχικό. Το γαλλικό αποτύπωμα φαίνεται στο άσμα "Youth's the season made for joys" [«Η νιότη είναι η εποχή της χαράς»] (Πράξη Β΄), που τραγουδιέται στον σκοπό του χορού κοτιγιόν [cotillon] και συνοδεύει κυκλικό χορό «κατά τον γαλλικό τρόπο».


Η όπερα-μπαλάντα λειτούργησε ως αντίδραση στην ιταλική όπερα σέρια. Διανοούμενοι όπως ο Joseph Addison [Τζόζεφ Άντισον] είχαν ήδη σατιρίσει την όπερα σέρια για την ξένη γλώσσα της, την πολυτέλεια και τη λατρεία των βιρτουόζων. Στη θέση του ρετσιτατίβου, το νέο είδος χρησιμοποίησε ομιλούμενο αγγλικό διάλογο. Στη θέση των μυθολογικών ηρώων έβαλε ζητιάνους, κλέφτες και ιερόδουλες του Λονδίνου. Ο Gay παρώδησε και συγκεκριμένες οπερατικές συμβάσεις: η αντιζηλία της Polly [Πόλλυ] και της Lucy [Λούσυ] παρέπεμπε στη διαμάχη των υψιφώνων Francesca Cuzzoni [Φραντσέσκα Κουτσόνι] και Faustina Bordoni [Φαουστίνα Μπορντόνι] (1727). Ο παραλληλισμός ανάμεσα στους παρανόμους και στους κυβερνώντες στόχευε τον πρωθυπουργό Robert Walpole [Ρόμπερτ Ουώλπολ]. Η συνέχεια του έργου, Polly [Πόλλυ] (1729), απαγορεύτηκε. Ακολούθησαν περίπου 80 έργα του είδους, ανάμεσά τους και πολιτικές σάτιρες του Henry Fielding [Χένρυ Φήλντινγκ]. Η μόδα είχε ήδη εξασθενήσει στα μέσα της δεκαετίας του 1730, και ο νόμος για την αδειοδότηση των θεάτρων [Licensing Act] του 1737 περιόρισε περαιτέρω τη θεατρική σάτιρα.


Η επίδραση του είδους ξεπέρασε την εποχή του. Τη δεκαετία του 1730 η όπερα-μπαλάντα είχε ήδη φτάσει στις βρεττανικές αποικίες της Βόρειας Αμερικής. Στη Γερμανία, το The Devil to Pay [Θα γίνει του διαβόλου] (1731) του Charles Coffey [Τσαρλς Κόφφεϋ] παρουσιάστηκε σε μετάφραση το 1743 ως Der Teufel ist los [Ο διάβολος λύθηκε]. Οι διασκευές του από τον Christian Felix Weiße [Κρίστιαν Φέλιξ Βάισε] (1752, 1766) θεμελίωσαν το ζίνγκσπιλ [Singspiel], που κορυφώθηκε αργότερα στη Βιέννη με την Die Entführung aus dem Serail [Η απαγωγή από το σεράι] (1782) του Wolfgang Amadeus Mozart [Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ]. Το 1920, η αναβίωση του The Beggar's Opera από τον Nigel Playfair [Νάιτζελ Πλέυφαιρ] στο Lyric Theatre του Hammersmith, σε μουσική διασκευή του Frederic Austin [Φρέντερικ Ώστιν], έδωσε 1.463 παραστάσεις. Το 1928 ο Bertolt Brecht [Μπέρτολτ Μπρεχτ] και ο Kurt Weill [Κουρτ Βάιλ] διασκεύασαν το έργο του Gay στην Die Dreigroschenoper [Η όπερα της πεντάρας]. Μετέφεραν τη δράση στο βικτωριανό Λονδίνο και το μετέτρεψαν σε κριτική της αστικής κοινωνίας. Το 1948 ο Benjamin Britten [Μπέντζαμιν Μπρίττεν] συνέθεσε τη δική του μουσική εκδοχή του έργου. Η εναλλαγή ομιλούμενου διαλόγου και τραγουδιού συνδέει την όπερα-μπαλάντα με τις κωμικές «όπερες Σαβόυ» των William S. Gilbert [Ουίλλιαμ Σ. Γκίλμπερτ] και Arthur Sullivan [Άρθουρ Σάλλιβαν] και, περαιτέρω, με το μιούζικαλ.

Αγγλικά
ballad opera
Γαλλικά
opéra-ballade, l'[e]
Γερμανικά
Balladenoper, die
Ιταλικά
ballad opera, la

Σχετικοί όροι

διαλογική όπερα, κωμωδία μετ' ασμάτων, αντι-όπερα, όπερα μπούφα, οπερέττα, παστίς, κωμειδύλλιο

Πεδίο εφαρμογής

• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

"As the seventeenth century gave way to the eighteenth a rage for ballad operas struck England. These were dramas and comedies in which the plot was developed in dialogue rather than in recitative and in which songs were interspersed to underline the play's sentiments. In many instances melodies for these songs were not created for the entertainment but borrowed from popular airs by the librettist-lyricist, a borrowing openly acknowledged. There were, however, some original composers such as Charles Dibdin (who wrote his own librettos), Michael Arne, and William Shields [sic] who earned contemporary acclaim for their melodic efforts."


«Καθώς ο 17ος αιώνας έδινε τη θέση του στον 18ο, μια φρενίτιδα για τις όπερες-μπαλάντες κατέλαβε την Αγγλία. Επρόκειτο για δράματα και κωμωδίες στα οποία η πλοκή αναπτυσσόταν μέσω του διαλόγου και όχι του ρετσιτατίβου και στα οποία παρεμβάλλονταν τραγούδια για να υπογραμμίσουν τα συναισθήματα του έργου. Σε πολλές περιπτώσεις, οι μελωδίες των τραγουδιών αυτών δεν γράφονταν για το συγκεκριμένο θέαμα· τις δανειζόταν ο λιμπρετίστας-στιχουργός από δημοφιλείς σκοπούς, και ο δανεισμός αυτός ομολογούνταν ανοιχτά. Υπήρξαν ωστόσο και ορισμένοι συνθέτες πρωτότυπης μουσικής, όπως ο Charles Dibdin [Τσαρλς Ντίμπντιν] (ο οποίος έγραφε ο ίδιος τα λιμπρέτα του), ο Michael Arne [Μάικλ Αρν] και ο William Shield [Ουίλλιαμ Σηλντ], που κέρδισαν την αναγνώριση των συγχρόνων τους για τις μουσικές τους συνθέσεις.»

Ο Gerald Bordman [Τζέραλντ Μπόρντμαν] συνοψίζει τα δύο βασικά γνωρίσματα της όπερας-μπαλάντας: τον διάλογο πρόζας στη θέση του ρετσιτατίβου και τα τραγούδια σε δανεικές δημοφιλείς μελωδίες, των οποίων η προέλευση δηλωνόταν ανοιχτά. Στον όρο εντάσσει και έργα με πρωτότυπη μουσική των Dibdin, Arne και Shield, που έδρασαν από τη δεκαετία του 1760 και μετά, άρα τον χρησιμοποιεί με ευρεία έννοια. Η χρονολόγηση της «φρενίτιδας» στη μετάβαση από τον 17ο στον 18ο αιώνα είναι ανακριβής, γιατί η μόδα του είδους ξεκίνησε με την Όπερα του ζητιάνου (1728).

Bordman, G. (2001). American Musical Theatre: A Chronicle (3rd ed.). New York: Oxford University Press, σ. 1.

Quote Icon

«John Gay & Johann Christoph Pepusch: The Beggar's Opera (όπερα-μπαλάντα) […] Προκλητικό, σατιρικό παραμύθι του 1728, στην αυγή του καπιταλισμού, με πρωταγωνιστές κλεφτρόνια, ζητιάνους, πόρνες και νταβατζήδες του Λονδίνου. Ένας κόσμος κυνικός, που ο Τζον Γκέυ ντύνει μουσικά με γνωστές μπαλάντες και μελωδίες του καιρού του, λαϊκές και διαχρονικές. Η Όπερα του ζητιάνου θεωρείται η πρώτη μουσική κωμωδία στο είδος της γραμμένη πριν από τριακόσια χρόνια.»

Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών φιλοξένησε την παραγωγή της δημοφιλούς όπερας-μπαλάντας Η όπερα του ζητιάνου του μουσικού συνόλου Les Arts Florissants σε μουσική διεύθυνση William Christie [Ουίλλιαμ Κρίστη] και σκηνοθεσία Robert Carsen [Ρόμπερτ Κάρσεν] (1 – 2 Νοεμβρίου 2018) και παραγωγή του Théâtre des Bouffes du Nord. Το κείμενο αναδεικνύει τα βασικά γνωρίσματα του είδους: τη σάτιρα, τους ήρωες και τις ηρωίδες από τον υπόκοσμο του Λονδίνου και τη χρήση γνωστών μπαλαντών και μελωδιών της εποχής. Ο χαρακτηρισμός «πρώτη μουσική κωμωδία» υποδηλώνει επιπλέον ότι το έργο αντιμετωπίζεται ως πρόγονος του σύγχρονου μουσικού θεάτρου.

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. (2018). Η όπερα του ζητιάνου. www.megaron.gr...

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Το άσμα "Youth's the season made for joys" [«Η νιότη είναι η εποχή της χαράς»]…

Ηχογράφηση της HMV (10 Δεκεμβρίου 1920) με μέλη του θιάσου της αναβίωσης του Nigel Playfair…

Το άσμα της κυρίας Πήτσαμ "A Maid Is Like the Golden Ore" [«Η κόρη μοιάζει…

Προωθητικό βίντεο με αποσπάσματα από την Όπερα του ζητιάνου σε νέα εκδοχή των Ian Burton…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Πράξη Β΄, σκηνή 4 της Όπερας του ζητιάνου στη δεύτερη έκδοση (London: John Watts, 1728),…

Σατιρική οξυγραφία (1728) αγνώστου Βρεττανού χαράκτη, που παλαιότερα αποδιδόταν στον William Hogarth [Ουίλλιαμ Χόγκαρθ], σε…

Πράξη Γ΄, σκηνή 11 της Όπερας του ζητιάνου: ο αλυσοδεμένος Μακήθ ανάμεσα στην Πόλλυ…

Η Sylvia Nelis [Σύλβια Νέλις] ως Πόλλυ Πήτσαμ στην αναβίωση της Όπερας του ζητιάνου από…

Ο Laurence Olivier [Λώρενς Ολίβιε] ως Μακήθ, ο ληστής της δημοσιάς, στην κινηματογραφική εκδοχή της

βασική

Aspden, S. (1997a). Ballads and Britons: Imagined Community and the Continuity of "English" Opera. Journal of the Royal Musical Association, 122(1), 24–51. www.jstor.org...

Aspden, S. (1997b). "An Infinity of Factions": Opera in Eighteenth-Century Britain and the Undoing of Society. Cambridge Opera Journal, 9(1), 1–19. www.jstor.org...

Gagey, E. M. (1937). Ballad Opera. New York: Columbia University Press. doi.org...

Heartz, D. (1999). "The Beggar's Opera" and "Opéra-Comique en Vaudevilles". Early Music, 27(1), 42–53. www.jstor.org...

Morrissey, L. J. (1971). Henry Fielding and the Ballad Opera. Eighteenth-Century Studies, 4(4), 386–402. doi.org...

Rogers, V. L. (2014). John Gay, Ballad Opera and the Théâtres de la foire. Eighteenth-Century Music, 11(2), 173–213. doi.org...

Rubsamen, W. H. (1958–1961). Mr. Seedo, Ballad Opera, and the Singspiel. In Miscelánea en homenaje a Monseñor Higinio Anglés (Vol. 2, pp. 775–809). Barcelona: Consejo Superior de Investigaciones Científicas.

Rubsamen, W. H. (Ed.). (1974). The Ballad Opera: A Collection of 171 Original Texts of Musical Plays Printed in Photo-Facsimile (28 vols.). New York: Garland.

Winton, C. (1993). John Gay and the London Theatre. Lexington: University Press of Kentucky.

συμπληρωματική

Fiske, R. (1986). English Theatre Music in the Eighteenth Century (2nd ed.). Oxford: Oxford University Press.

Porter, S. L. (2013). Ballad opera in the United States (rev. K. Van Winkle Keller). In Grove Music Online. Oxford University Press. doi.org...

Price, C., & Hume, R. D. (2001). Ballad opera. In Grove Music Online. Oxford University Press. doi.org...

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. όπερα-μπαλάντα. Ανακτήθηκε από https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/όπερα-μπαλάντα

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «όπερα-μπαλάντα». Ανακτήθηκε 24 October 2026. https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/όπερα-μπαλάντα.

MLA

«όπερα-μπαλάντα». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 24 October 2026, https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/όπερα-μπαλάντα.

1344