Thymele Logo
Search

μιούζικαλ [ουσ. αρσ.]

Articles Icon 3
Videos Icon 13
Videos Icon 4
[1]

Ορισμός

Είδος μουσικού θεάτρου το οποίο συνθέτει τραγούδι, χορό και πρόζα σε ενιαία δραματική πλοκή, διαμορφώθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Μεγάλη Βρετανία στα τέλη του 19ου αιώνα, εξαπλώθηκε διεθνώς και επεκτάθηκε στον κινηματογράφο, καθιστάμενο κυρίαρχο εμπορικό είδος της παγκόσμιας βιομηχανίας των παραστατικών τεχνών.

Ανάπτυξη

Το μιούζικαλ διαμορφώθηκε από τη συγχώνευση τριών προγενέστερων ειδών: της ευρωπαϊκής οπερέττας, των θεαμάτων ποικιλιών (μιούζικ χωλ, βωντβίλ, βαριετέ) και της μουσικής κωμωδίας. Οι οπερέττες του Jacques Offenbach [Ζακ Όφφενμπαχ] κυκλοφορούσαν στις αμερικανικές σκηνές από τα τέλη της δεκαετίας του 1860 και οι κωμικές όπερες «Σαβόυ» των William S. Gilbert [Ουίλλιαμ Γκίλμπερτ] και Arthur Sullivan [Άρθουρ Σάλλιβαν] από το 1878, προσφέροντας το πρότυπο της εύληπτης μελωδίας και της σατιρικής πλοκής. Παράλληλα ο Βρετανός θεατρικός επιχειρηματίας George Edwardes [Τζωρτζ Έντουαρντς] προώθησε στο Gaiety Theatre μια νέα μορφή μουσικής κωμωδίας, σχεδιασμένη ώστε να είναι κοινωνικά αποδεκτή για το γυναικείο και οικογενειακό κοινό, σε αντίθεση με την αμφίσημη φήμη των αιθουσών ποικιλιών. Η μουσική κωμωδία, συνήθως δίπρακτη και ανάλαφρη, με επίκαιρη θεματολογία και έντονο χορευτικό στοιχείο, υπήρξε ο άμεσος πρόγονος του είδους. Τομή στο κλασσικό μιούζικαλ έφερε το Show Boat [Το πλωτό θέατρο] των Jerome Kern [Τζέρομ Κερν] και Oscar Hammerstein II [Όσκαρ Χάμμερστάιν Β΄], που ανέβηκε στο Broadway [Μπρόντγουεϋ] το 1927. Εκεί το τραγούδι έπαυσε να λειτουργεί ως αυτοτελές νούμερο και υπηρέτησε τη δραματουργία, ενώ η υπόθεση άγγιξε τη φυλετική επιμειξία και τον ρατσισμό στον αμερικανικό Νότο.


Η μουσική γλώσσα του κλασσικού μιούζικαλ στηρίχθηκε στο αμερικανικό δημοφιλές τραγούδι του μεσοπολέμου, με συνθέτες όπως ο Irving Berlin [Έρβινγκ Μπέρλιν], ο George Gershwin [Τζωρτζ Γκέρσουϊν] και ο Cole Porter [Κόουλ Πόρτερ]. Τυπική μορφή αποτέλεσε το τραγούδι τριάντα δύο μέτρων σε δομή AABA, με απαγγελτικό και κύριο μελωδικό τμήμα, γλώσσα τονική και διατονική, εμπλουτισμένη με αρμονίες της τζαζ και ρυθμούς των αστικολαϊκών χορών. Η ενορχήστρωση, ανατεθειμένη σε εξειδικευμένους/ες μουσικούς όπως ο Robert Russell Bennett [Ρόμπερτ Ράσσελ Μπέννετ], προοριζόταν για ορχήστρα είκοσι πέντε έως τριάντα μουσικών, ενώ στη φωνητική απόδοση επικράτησε η στηθοφωνητική προβολή [belting], τεχνική διακριτή από τη λυρική εκπαίδευση της όπερας. Μορφολογικά το είδος οργανώθηκε σε δύο πράξεις και σε αλληλουχία τυποποιημένων αριθμημένων μερών.


Ο χορός του μιούζικαλ συγκροτήθηκε ως συγκρητικό λεξιλόγιο, αντλώντας από το κλασσικό μπαλέτο, τον μοντέρνο χορό, τις κλακέτες και τους χορούς του συρμού της κάθε εποχής. Στην πρώιμη περίοδο κυριάρχησαν τα γυναικεία χορευτικά σύνολα σε συμμετρικές διατάξεις, πρακτική που καθιέρωσε ο Florenz Ziegfeld [Φλόρενς Ζήγκφελντ] και μετέφερε στην οθόνη ο Busby Berkeley [Μπάζμπυ Μπέρκλεϋ]. Οι κλακέτες, όπου το υπόδημα λειτουργεί ως κρουστό όργανο, υπήρξαν το ιδίωμα των δεκαετιών του 1920 και του 1930, με κορυφαίο τον Fred Astaire [Φρεντ Αστέρ]. Η χορογράφος του Oklahoma! [Οκλαχόμα!] Agnes de Mille [Άγκνες ντε Μιλλ] μετέτρεψε τη χορευτική σεκάνς σε όχημα αποκάλυψης του εσωτερικού κόσμου των προσώπων, ο Jerome Robbins [Τζέρομ Ρόμπινς] απέδωσε στο West Side Story [Ιστορία των δυτικών συνοικιών] τη συμπλοκή των συμμοριών εξ ολοκλήρου διά της κίνησης και ο Bob Fosse [Μπομπ Φόσσε] διαμόρφωσε αναγνωρίσιμο ύφος με στραμμένα προς τα μέσα γόνατα, κυρτούς ώμους, καπέλα και σκηνικά αντικείμενα, όπως στο Chicago [Σικάγο] (1975). Ο ερμηνευτής και η ερμηνεύτρια οφείλουν να συνδυάζουν ισοδύναμα υποκριτική, φωνητική και χορευτική δεξιοτεχνία, απαίτηση γνωστή ως «τριπλή απειλή» [triple threat]: η ιδιαιτερότητα έγκειται στην ταυτόχρονη άσκησή τους, καθώς το άσμα εκφέρεται εν κινήσει, με ελεγχόμενη αναπνοή μετά από απαιτητική χορευτική φράση. Η διαδικασία θεματοποιήθηκε στο A Chorus Line [Σώμα χορού] (1975) του Michael Bennett [Μάικλ Μπέννετ], παράσταση δομημένη ως ακρόαση χορευτών και χορευτριών.


Η «χρυσή εποχή» του μιούζικαλ εγκαινιάστηκε το 1943 με το Oklahoma! των Richard Rodgers [Ρίτσαρντ Ρότζερς] και Oscar Hammerstein II, παράσταση 2.212 συνεχών επαναλήψεων. Έως τα τέλη της δεκαετίας του 1960 το είδος συνδύασε την ψυχαγωγία με κοινωνικό σχολιασμό: το West Side Story (1957) του Leonard Bernstein [Λέοναρντ Μπέρνσταϊν], του Stephen Sondheim [Στήβεν Σόντχαϊμ] και του Jerome Robbins μετέφερε τον Ρωμαίο και Ιουλιέττα [Romeo and Juliet] του William Shakespeare [Ουίλλιαμ Σαίξπηρ] στη μεταναστευτική Νέα Υόρκη, το Cabaret [Καμπαρέ] (1966) στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, το Fiddler on the Roof [Ο βιολιστής στη στέγη] (1964) στην εβραϊκή κοινότητα της τσαρικής Ρωσίας. Από το 1968 το είδος διακλαδώθηκε. Το πρωτοποριακό Hair [Μαλλί] εισήγαγε τη ροκ ενορχήστρωση και τη θεματολογία της αντικουλτούρας. Παράλληλα ο Sondheim ανέπτυξε το μιούζικαλ ιδεών [concept musical], αντικαθιστώντας τη γραμμική πλοκή με μία ενιαία θεματική ροή, όπως στο Company [Παρέα] (1970), ενώ στο Sweeney Todd [Σουήνυ Τοντ] (1979) προσέγγισε τη συνεχή μουσική ύφανση της όπερας.


Στις δεκαετίες του 1980 και του 1990 επικράτησε το μέγα-μιούζικαλ [megamusical]: παραγωγές μεγάλης κλίμακας με σχεδόν αδιάλειπτη μουσική, θεαματική σκηνική μηχανική και παγκόσμια αναπαραγωγή σε πανομοιότυπες εκδοχές. Η ηλεκτρακουστική ενίσχυση, με ενδοακουστικά και ψηφιακή μίξη, υπήρξε προϋπόθεση αυτού του προτύπου, καθώς εξασφάλισε ομοιόμορφο ηχητικό αποτέλεσμα σε αίθουσες μεγάλης χωρητικότητας και ανεξαρτησία της φωνητικής απόδοσης από την ακουστική του χώρου. Οι Les Misérables [Οι άθλιοι] των Claude-Michel Schönberg [Κλωντ-Μισέλ Σαινμπέργκ] και Alain Boublil [Αλαίν Μπουμπλίλ], διασκευή του μυθιστορήματος του Βίκτωρος Ουγκώ [Victor Hugo], πρωτοπαρουσιάστηκαν στο Παρίσι το 1980, εδραίωσαν το πρότυπο στο West End [Ουέστ Εντ] με την αγγλική εκδοχή του 1985 και αποτελούν το μακροβιότερο μιούζικαλ που παρουσιάστηκε εκεί. Το πρότυπο αυτό είχε προετοιμάσει η ροκ όπερα, η οποία διαμορφώθηκε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και διατήρησε το οπερατικό μορφολογικό πλαίσιο, δηλαδή την εξ ολοκλήρου αδόμενη μουσική ύφανση, τη διαδοχή αριών και συνόλων και τα υπενθυμητικά μοτίβα, με ενισχυμένα ηλεκτρικά όργανα και ροκ φωνητική τεχνική, όπως στο Jesus Christ Superstar [Ιησούς Χριστός Σούπερσταρ] (άλμπουμ 1970, σκηνή 1971) των Andrew Lloyd Webber [Άντριου Λόυντ Ουέμπερ] και Tim Rice [Τιμ Ράις]. Ο Lloyd Webber μετέφερε τη λογική αυτή στο μέγα-μιούζικαλ με το The Phantom of the Opera [Το φάντασμα της όπερας] (1986), που αντλεί ρητά από τη γραφή της όπερας του 19ου αιώνα. Το ροκ μιούζικαλ, από την άλλη, διατήρησε την εναλλαγή πρόζας και άσματος και μετέφερε τη ροκ αισθητική στη σκηνική ενέργεια και στη θεματολογία της νεανικής εξέγερσης. Ακολούθησε το μιούζικαλ-τζούκμποξ, που δραματοποιεί υπάρχουσα δισκογραφία, ενώ σύγχρονοι δημιουργοί, όπως ο Lin-Manuel Miranda [Λιν-Μανουέλ Μιράντα], ανανέωσαν το είδος με έργα όπως το Hamilton [Χάμιλτον] (2015), συνδυάζοντας το χιπ χοπ με την ιστορική αφήγηση.


Το μιούζικαλ συγκροτήθηκε εξαρχής ως εμπορικό είδος και η οικονομία του καθόρισε τη μορφή του. Σε αντίθεση με το επιδοτούμενο θέατρο ρεπερτορίου, η παραγωγή στηρίζεται σε ιδιωτικά κεφάλαια που συγκεντρώνονται ανά τίτλο και αποσβένονται μόνο μέσω αδιάλειπτης παράστασης του ίδιου έργου επί μακρόν [open-ended run], πρακτική η οποία επιβάλλει σταθερό θίασο, τυποποιημένη σκηνική εγκατάσταση και σύστημα αντικαταστατών [understudies]. Οι παραγωγοί Cameron Mackintosh [Κάμερον Μακίντος] και Andrew Lloyd Webber καθιέρωσαν στη δεκαετία του 1980 το πρότυπο της πανομοιότυπης παραγωγής [replica production], κατά το οποίο η σκηνοθεσία, η χορογραφία, τα σκηνικά και τα κοστούμια αναπαράγονται αυτούσια σε κάθε χώρα υποδοχής, ενώ μεταβάλλεται μόνο η γλώσσα του λιμπρέτου. Η εκμετάλλευση επεκτείνεται στις περιοδείες, στις ηχογραφήσεις του θιάσου [cast albums], στα παράγωγα προϊόντα και στην αδειοδότηση ερασιτεχνικών και σχολικών παραστάσεων μέσω εξειδικευμένων οίκων. Η είσοδος της εταιρείας Disney στη σκηνή του Broadway τη δεκαετία του 1990 συνέδεσε το είδος με τη βιομηχανία της οικογενειακής ψυχαγωγίας και με την αστική ανάπλαση της περιοχής της Times Square [Τάιμς Σκουέαρ].


Διακριτή κατηγορία συγκροτεί το μιούζικαλ με παιδιά ή εφήβους πρωταγωνιστές, το οποίο κατά κανόνα οργανώνει την πλοκή γύρω από την ορφάνια, τη σχολική εξουσία και τη χειραφέτηση του παιδιού. Πρώτα το Oliver! [Όλιβερ!] (1960), βασισμένο στον Όλιβερ Τουίστ [Oliver Twist] του Καρόλου Ντίκενς [Charles Dickens] και έπειτα το Annie [Άννυ] (1977), βασισμένο σε κόμικς της δεκαετίας του 1920, καθιέρωσαν τον τύπο, ενώ η Matilda the Musical [Ματίλντα] (2010) ανανέωσε το υποείδος με σατιρική οξύτητα. Το πεδίο τροφοδοτεί παράλληλα τη σχολική και εκπαιδευτική πράξη, μέσω αδειοδοτημένων συντομευμένων εκδοχών, και συνιστά τον κύριο μηχανισμό εισαγωγής νέου κοινού στο είδος.


Ο ομιλών κινηματογράφος άνοιξε δεύτερο, καθοριστικό πεδίο του είδους. Το κινηματογραφικό μιούζικαλ αναπτύχθηκε ως αυτόνομο πεδίο με δική του τεχνολογία και μορφολογία: η μουσική ηχογραφείται εκ των προτέρων και οι ερμηνευτές και οι ερμηνεύτριες συγχρονίζονται με το προηχογραφημένο υλικό, ενώ η χορευτική σεκάνς υπακούει στον φακό και στη συναρμογή [μοντάζ] και όχι στη μετωπική θέαση της αίθουσας. Το είδος πέρασε στην οθόνη με το The Jazz Singer [Ο τραγουδιστής της τζαζ] (1927). Τα αμερικανικά στούντιο διαμόρφωσαν στη συνέχεια το πρότυπο: η Warner Bros. με τις χορογραφίες του Busby Berkeley, η RKO με το δίδυμο Fred Astaire και Ginger Rogers [Τζίντζερ Ρότζερς] και η Metro-Goldwyn-Mayer με τους Gene Kelly [Τζην Κέλλυ] και Judy Garland [Τζούντυ Γκάρλαντ], καθώς και με το Singin' in the Rain [Τραγουδώντας στη βροχή] (1952), που θεματοποίησε τη μετάβαση στον ομιλούντα κινηματογράφο.


Αυτοτελή διακλάδωση του κινηματογραφικού μιούζικαλ συνιστά το μιούζικαλ κινουμένων σχεδίων, το οποίο απαλλάσσει το είδος από τους περιορισμούς του ανθρώπινου σώματος και του φυσικού χώρου, καθώς η κίνηση σχεδιάζεται καρέ προς καρέ σε ακριβή αντιστοιχία με τη μουσική φράση. Η εταιρεία του Walt Disney [Ουώλτ Ντίσνεϋ] θεμελίωσε τη μορφή με τις Silly Symphonies [Χαζές συμφωνίες] (1929-1939), όπου η δράση υποτάσσεται στον μουσικό ρυθμό, και την εδραίωσε με τη Χιονάτη και τους επτά νάνους [Snow White and the Seven Dwarfs] (1937), πρώτη μεγάλου μήκους ταινία κινουμένων σχεδίων της αμερικανικής βιομηχανίας με λειτουργική δραματουργία τραγουδιών. Η φωνητική ερμηνεία προηγείται του σχεδίου, με αποτέλεσμα η κίνηση των χαρακτήρων να παράγεται από την ηχογραφημένη φωνή και όχι το αντίστροφο. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 η λεγόμενη Αναγέννηση της Disney, με τη Μικρή γοργόνα [The Little Mermaid] (1989) και την Πεντάμορφη και το τέρας [Beauty and the Beast] (1991) σε μουσική Alan Menken [Άλαν Μένκεν] και στίχους Howard Ashman [Χάουαρντ Άσμαν], μετέφερε στην οθόνη τη δραματουργία του Broadway. Η διαδρομή αντιστράφηκε στη συνέχεια: το κινούμενο σχέδιο τροφοδότησε τη σκηνή με τον Βασιλιά των λιονταριών [The Lion King] (1997) της Julie Taymor [Τζούλι Τέιμορ], όπου, με μέσα το κουκλοθέατρο και τις μάσκες, το δισδιάστατο σχέδιο μεταγράφηκε σε ζωντανό σώμα.


Το μιούζικαλ καλλιεργήθηκε ευρέως και εκτός αγγλοσαξωνικού χώρου. Στη Γαλλία διαμορφώθηκε αυτόνομη παράδοση λαϊκού μουσικού θεάματος, με κορυφαίο παράδειγμα την Παναγία των Παρισίων [Notre-Dame de Paris] (1998) του Riccardo Cocciante [Ρικκάρντο Κοτσιάντε] και του Luc Plamondon [Λυκ Πλαμοντόν], επίσης διασκευή του Ουγκώ, όπου η δραματουργία στηρίζεται σε αλληλουχία αδόμενων αριθμημένων μερών, σε ακροβατικό χορό και σε μνημειακό σκηνικό, χωρίς πρόζα, ενώ στο πεδίο του κινηματογραφικού μιούζικαλ, ο Jacques Demy [Ζακ Ντεμύ], με μουσική του Michel Legrand [Μισέλ Λεγκράν], δημιούργησε τα έργα Les Parapluies de Cherbourg [Οι ομπρέλλες του Χερβούργου] (1964), εξ ολοκλήρου αδόμενο, και Les Demoiselles de Rochefort [Οι δεσποινίδες του Ροσφόρ] (1967), συνδέοντας τον αμερικανικό χορευτικό κώδικα με τη μελαγχολία του γαλλικού νέου κύματος. Στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο ο Δανός σκηνοθέτης Lars von Trier [Λαρς φον Τρίερ] υπονόμευσε αργότερα το είδος με το Dancer in the Dark [Χορεύοντας στο σκοτάδι] (2000), όπου τα μουσικά νούμερα αναδύονται ως ονειροπολήσεις μιας εργάτριας που χάνει σταδιακά την όρασή της, με πρωταγωνίστρια την Björk [Μπγιορκ]. Στην Ινδία η κινηματογραφική βιομηχανία της Βομβάης, γνωστή ως Bollywood [Μπόλλυγουντ], θεμελίωσε αδιάλειπτη παραγωγή μουσικών ταινιών, όπου τα αδόμενα νούμερα ερμηνεύονται με χειλικό συγχρονισμό. Στην Ιαπωνία ο αποκλειστικά γυναικείος θίασος Τακαραζούκα [Takarazuka], που λειτουργεί από το 1914, παρουσιάζει μιούζικαλ και επιθεωρήσεις με γυναίκες σε όλους τους ρόλους.


Στην Ελλάδα το κινηματογραφικό μιούζικαλ καθιερώθηκε από τον Γιάννη Δαλιανίδη στη Φίνος Φιλμ, σε μουσική Μίμη Πλέσσα, με τα Μερικοί το προτιμούν κρύο (1962), Κάτι να καίει (1964), Ραντεβού στον αέρα (1966), Οι θαλασσιές οι χάντρες (1967), Μια κυρία στα μπουζούκια (1968) και Γοργόνες και μάγκες (1968). Οι ταινίες αυτές συνέδεσαν τη δυτικοποίηση της εποχής με εγχώρια αφηγηματικά σχήματα, αναδεικνύοντας ηθοποιούς όπως τη Ζωή Λάσκαρη, τη Ρένα Βλαχοπούλου, τη Μάρθα Καραγιάννη και τον Κώστα Βουτσά, ενώ οι χορογράφοι Φώτης Μεταξόπουλος, Γιάννης Φλερύ και Βαγγέλης Σειληνός καθιέρωσαν και στην οθόνη τη δυτικοευρωπαϊκή χορευτική αισθητική. Διαφορετική κατεύθυνση χάραξε ο Σταύρος Ξαρχάκος με τις Διπλοπενιές (1966) του Γιώργου Σκαλενάκη, με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, όπου το λαϊκό τραγούδι και το μπουζούκι προσέδωσαν στο είδος εντονότερο εγχώριο μουσικό χρώμα.


Το σκηνικό μιούζικαλ διαδόθηκε κυρίως στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 μέσω μεταφορών ξένων τίτλων. Η Εθνική Λυρική Σκηνή ενέταξε στο ρεπερτόριό της κλασσικά αμερικανικά μιούζικαλ δεκαετίες μετά την πρώτη τους παρουσίαση στο Broadway, με μεγάλη επιτυχία: το Kiss Me, Kate [Φίλησέ με, Κέιτ] του Cole Porter (1971, επανάληψη 1997) και κυρίως το Show Boat σε σκηνοθεσία Σέργιου Βαφειάδη (1974, με επαναλήψεις το 1979, το 1980 και το 1981). Στο ιδιωτικό θέατρο το είδος στηρίχθηκε σε πολυτάλαντες πρωταγωνίστριες. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη διαμόρφωσε τον ελληνικό τύπο της πρωταγωνίστριας μιούζικαλ με κορυφαίες παραγωγές το Καμπαρέ (1978), την Εβίτα (1981), το Βίκτωρ και Βικτώρια (1983) και τη Μελωδία της ευτυχίας (1994), λειτουργώντας ταυτόχρονα ως παραγωγός και αναλαμβάνοντας το κόστος της αδειοδότησης, του θιάσου και της ορχήστρας, σε ένα σύστημα θιάσου-επιχείρησης χωρίς κρατική επιχορήγηση. Η Σμαρούλα Γιούλη, με θητεία στην επιθεώρηση και στην οπερέττα, υπήρξε από τις πρώτες που συνδύασαν φωνητική, χορευτική και κωμική δεξιοτεχνία, ενώ η Μαριάννα Τόλη, ερχόμενη από την ποπ δισκογραφική σκηνή, εκπροσώπησε έναν διαφορετικό τύπο πρωταγωνίστριας, όπου η φωνητική επάρκεια της τραγουδίστριας του ελαφρού τραγουδιού συνδυάστηκε με τη σκηνική υποκριτική. Την αναβάθμιση των παραγωγών υπηρέτησε η εξειδίκευση των συντελεστών του χορού, με τον χορογράφο Δημήτρη Παπάζογλου και τη χορεύτρια Όλια Στεφανίδου να διαμορφώνουν γενιές ερμηνευτών και ερμηνευτριών ικανών να ανταποκριθούν στην απαίτηση της «τριπλής απειλής».


Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, παράλληλα με τις μεταφορές διεθνών τίτλων, αναπτύχθηκε πρωτότυπη εγχώρια δημιουργία, στην οποία πρωτοστάτησαν οι κρατικές σκηνές. Επί διευθύνσεως Νίκου Κούρκουλου το Εθνικό Θέατρο παρουσίασε στην Κεντρική Σκηνή το Βίρα τις άγκυρες (1997) των Μιχάλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου, έπειτα το Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας (1999) του Shakespeare με την πληθωρική μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου και, στη Σκηνή Κοτοπούλη-Ρεξ, το Φοιτηταί (2000), διασκευή της κωμωδίας του Γρηγορίου Ξενόπουλου σε σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου και χορογραφία Γιούρι Στούπελ, που είχε πρωτοπαρουσιαστεί στο Θεσσαλικό Θέατρο το 1993. Στο Εθνικό ακολούθησαν, μεταξύ άλλων, το μιούζικαλ-καμπαρέ Μιζερέρε (2001) του Παναγιώτη Πασχίδη, πάλι σε διασκευή και σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου, με μουσική Θάνου Μικρούτσικου, το Ποια Ελένη; (2004) των Ρέππα και Παπαθανασίου, η Απλή μετάβαση (2019) σε σκηνοθεσία Μίνωα Θεοχάρη και μουσική Γεράσιμου Ευαγγελάτου και Θέμη Καραμουρατίδη, και ο Ευαγγελισμός, το μιούζικαλ (2023) σε μουσική Άγγελου Τριανταφύλλου. Η Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσίασε στην Εναλλακτική Σκηνή της τα Φθηνά τσιγάρα (2022), σε κείμενο και σκηνοθεσία Ρένου Χαραλαμπίδη, σκηνική μεταφορά της ομότιτλης ταινίας του (2000). Εκτός κρατικών σκηνών, το Μάλα, η μουσική του ανέμου (2002), σε μουσική και λιμπρέτο Νίκου Καρβέλα και σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα, με την Άννα Βίσση στον ρόλο της Μάλας Ζίμετμπαουμ, δραματοποίησε την ιστορία μιας κρατούμενης του Άουσβιτς σε σκηνικό μνημειακής κλίμακας και εγκαινίασε το πρότυπο της μεγάλης εγχώριας μουσικής παραγωγής. Στο ίδιο πρότυπο εντάσσεται το Μόμπυ Ντικ (2022), διασκευή του μυθιστορήματος του Herman Melville [Χέρμαν Μέλβιλ], σε μουσική Δημήτρη Παπαδημητρίου και σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα.

Αγγλικά
musical
Γαλλικά
comédie musicale, la
Γερμανικά
Musical, das
Ιταλικά
musical, il

Σχετικοί όροι

όπερα-μπαλάντα, μπουρλέσκ, ζίνγκσπιλ, ολοτέχνημα, σόου μίνστρελ, κωμειδύλλιο, εξτραβαγκάντσα

Πεδίο εφαρμογής

• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

"The European war was less than three weeks old when the season's first musical arrived. The Dancing Duchess (20 August 1914, Casino) moved through two worlds—the frenetic, contemporary world of the dancing craze and the carefree, war-free world of a suddenly bygone Vienna and Budapest. The Duchess of Darmia (Laura Hamilton) runs away when the Duke bans all modern dancing. Under the name Celestine she becomes the rage of Vienna's Trocadero. The repentant Duke unmasks her in Budapest, where she and her men friends have gone to enter a tango contest. Both the show's dialogue and songs were turgid. In addition it was unable to make the best of its two worlds. Its American authors, working freely from a Continental original, made a few token bows to the musical modes of the day, especially in 'The Tango Breakfast,' its first number, and 'The Ragtime Whirl,' its last. For many of the dances and the greater part of the evening's lightest capers the producers hired John Hyams and Leila McIntyre, two performers more popular on the road and in vaudeville, where Miss McIntyre's Quaker act was a headliner. Hyams and Miss McIntyre imbued The Dancing Duchess with a bit of vitality and a touch of modernity. But most of it was ersatz operetta, persisting in the delusion 'Everybody's Happy In Vienna.' Devastated by even the most lenient critics, the Duchess left the scene in two weeks' time."


«Ο ευρωπαϊκός πόλεμος δεν είχε συμπληρώσει τρεις εβδομάδες όταν έκανε την εμφάνισή του το πρώτο μιούζικαλ της σαιζόν. Η δούκισσα που χορεύει [The Dancing Duchess] (20 Αυγούστου 1914, Casino) κινούνταν ανάμεσα σε δύο κόσμους: τον πυρετώδη, σύγχρονο κόσμο της χορευτικής μανίας και τον ανέμελο, ειρηνικό κόσμο μιας Βιέννης και μιας Βουδαπέστης που είχαν ξαφνικά παρέλθει. Η δούκισσα της Νταρμίας (Laura Hamilton [Λώρα Χάμιλτον]) το σκάει όταν ο δούκας απαγορεύει κάθε μοντέρνο χορό. Με το όνομα Σελεστίν κάνει θραύση στο βιεννέζικο Trocadero. Ο μετανιωμένος δούκας αποκαλύπτει την ταυτότητά της στη Βουδαπέστη, όπου εκείνη και οι φίλοι της έχουν πάει για να λάβουν μέρος σε διαγωνισμό τανγκό. Τόσο οι διάλογοι όσο και τα τραγούδια του έργου ήταν στομφώδη. Επιπλέον, το έργο δεν κατόρθωσε να αξιοποιήσει τα καλύτερα στοιχεία των δύο κόσμων του. Οι Αμερικανοί συγγραφείς του, δουλεύοντας ελεύθερα πάνω σε ένα ευρωπαϊκό πρωτότυπο, έκαναν λίγες, τυπικές παραχωρήσεις στις μουσικές μόδες της εποχής, κυρίως στο "The Tango Breakfast" [«Το πρόγευμα με τανγκό»], το πρώτο νούμερο, και στο "The Ragtime Whirl" [«Ο στρόβιλος του ραγκτάιμ»], το τελευταίο. Για πολλούς από τους χορούς και για το μεγαλύτερο μέρος των πιο ανάλαφρων στιγμών της βραδιάς οι παραγωγοί προσέλαβαν τον John Hyams [Τζων Χάυαμς] και τη Leila McIntyre [Λέιλα ΜακΙντάυρ], ζεύγος πιο δημοφιλές στις περιοδείες και στο βωντβίλ, όπου το νούμερο της ΜακΙντάυρ ως κουακέρας αποτελούσε κορυφαία ατραξιόν. Ο Χάυαμς και η ΜακΙντάυρ χάρισαν στη Δούκισσα που χορεύει λίγη ζωντάνια και μια πινελιά νεωτερικότητας. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου παρέμενε ωστόσο υποκατάστατο οπερέττας, εμμένοντας στην αυταπάτη ότι “όλοι είναι ευτυχισμένοι στη Βιέννη”. Κατακεραυνωμένη ακόμη και από τους πιο επιεικείς κριτικούς, η Δούκισσα αποσύρθηκε μέσα σε δύο εβδομάδες.»

Η περιγραφή του Gerald Bordman [Τζέραλντ Μπόρντμαν] καταγράφει το αδιέξοδο του αμερικανικού μιούζικαλ στο κατώφλι του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν το πρότυπο της εισαγόμενης βιεννέζικης οπερέττας συγκρούστηκε με τους συγκοπτόμενους ρυθμούς του χορευτικού συρμού, του τανγκό και του ραγκτάιμ. Η αποτυχία της The Dancing Duchess [Η δούκισσα που χορεύει] έδειξε ότι το είδος δεν μπορούσε πλέον να στηριχθεί σε μιμήσεις του κεντροευρωπαϊκού προτύπου, τη στιγμή που ο πόλεμος καθιστούσε ανεπίκαιρη την ίδια τη μυθολογία της ειρηνικής Βιέννης. Το επεισόδιο προοιωνίζεται τη στροφή προς ένα αυτόχθονο μιούζικαλ, η οποία συντελέστηκε από το 1915 με τις παραστάσεις του Princess Theatre και τη γραφή του Jerome Kern [Τζέρομ Κερν].

Bordman, G. (2001). American musical theatre: A chronicle (3η έκδ.). New York: Oxford University Press, σ. 344.

Quote Icon

Η ιδιαίτερη και τολμηρή θεματολογία (του West Side Story) (η ξεκάθαρη δηλαδή αναφορά σε τρέχοντα, υπαρκτά και συγκεκριμένα κοινωνικά προβλήματα) και η, ασυνήθιστα σε μιούζικαλ, πολύπλοκη και απαιτητική μουσική σύνθεση, προκάλεσαν ένα σημείο καμπής στο συμβατικό αμερικάνικο μουσικό θέατρο…

Ο Μηνάς Αλεξιάδης εντοπίζει στο West Side Story [Ιστορία των δυτικών συνοικιών] (1957) ένα σημείο καμπής, καθώς το μιούζικαλ μετέφερε τη σαιξπηρική σύγκρουση των Μοντέγων και των Καπουλέτων στις φυλετικές και ταξικές εντάσεις της νεοϋορκέζικης μετανάστευσης. Η «πολύπλοκη και απαιτητική μουσική σύνθεση» αφορά τη γραφή του Leonard Bernstein [Λέοναρντ Μπέρνσταϊν], ο οποίος αξιοποίησε το διάστημα του τριτόνου ως ενοποιητικό στοιχείο της παρτιτούρας, ρυθμικές εναλλαγές λατινοαμερικανικής προέλευσης και αντιστικτικές φόρμες, όπως τη φούγκα του "Cool" [«Ψύχραιμα»] και το πολυφωνικό σύνολο "Tonight" [«Απόψε»]. Το παράθεμα τεκμηριώνει έτσι τη μετάβαση από το κλασσικό μιούζικαλ των Richard Rodgers [Ρίτσαρντ Ρότζερς] και Oscar Hammerstein II [Όσκαρ Χάμμερστάιν Β΄] σε ένα δραματουργικό υπόδειγμα όπου ο χορός του Jerome Robbins [Τζέρομ Ρόμπινς] και η μουσική φέρουν αυτοτελές αφηγηματικό βάρος.

Αλεξιάδης, Μ. Ι. (2010). Ο μαγικός αυλός του Ορφέα: Δέκα μελετήματα για την όπερα και το μουσικό θέατρο. Αθήνα: Παπαζήσης, σ. 348.

Quote Icon

«Η εισβολή του Μιούζικαλ μέσω του κινηματογράφου ήταν ταχύτατη και επιβλητική. Το 1927 η αμερικάνικη κινηματογραφική εταιρεία Γουώρρνερ γυρίζει την ταινία Ο Τραγουδιστής της Τζαζ με τον Αλ. Τζόλσον. Η ταινία, που θεωρείται το πρώτο κινηματογραφικό Μιούζικαλ, γίνεται τεράστια επιτυχία. Το 1928 γυρίζεται η συνέχεια της, Ο τρελός τραγουδιστής, με τον ίδιο πρωταγωνιστή. Η ταινία έρχεται στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1930. Τον επόμενο μήνα προβάλλεται η ταινία Σόου Μπόου, μιούζικαλ με μουσική των Τζέρομ Κερν και Όσκαρ Χαμερστάιν. Στην Αθήνα η ταινία συνοδεύεται από ορχήστρα που εκτελεί ζωντανά τη μουσική, με κύριους εκτελεστές τους Απόστολο Πρεδάρη και Κορίνα Ζαφειροπούλου, στελέχη του Ελληνικού Μελοδράματος. »

Το απόσπασμα του Μανώλη Σειραγάκη τεκμηριώνει τη μετάβαση του μιούζικαλ από τη σκηνή στην οθόνη και, μέσω αυτής, την πρώτη μαζική γνωριμία του ελληνικού κοινού με το είδος, καθώς ο συγχρονισμένος ήχος μετέτρεψε το τραγούδι από ζωντανό συμβάν σε αναπαραγώγιμο προϊόν. Η ελληνική υποδοχή παρουσίασε χαρακτηριστική υβριδικότητα: η προβολή της κινηματογραφικής εκδοχής του Show Boat [Το πλωτό θέατρο] (1929) στην Αθήνα πλαισιώθηκε από ζωντανή ορχήστρα, με τον Απόστολο Πρεδάρη και την Κορίνα Ζαφειροπούλου του Ελληνικού Μελοδράματος, δηλαδή από τους μηχανισμούς της όπερας. Το κινηματογραφικό μιούζικαλ έγινε έτσι γνωστό στην Ελλάδα σε συνδυασμό με ζωντανή μουσική εκτέλεση, προτού καθιερωθεί ως αμιγώς κινηματογραφικό είδος.

Σειραγάκης, Μ. (2009). Το ελαφρό μουσικό θέατρο στη μεσοπολεμική Αθήνα: Τόμ. Α΄. Τα γεγονότα και τα ζητήματα. Αθήνα: Καστανιώτης, σ. 442.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Εποπτική επισκόπηση της ιστορίας του μιούζικαλ από το Show Boat [Το πλωτό θέατρο]…

Ο Michel Bell [Μισέλ Μπελ] και ο θίασος της παραγωγής του Harold Prince [Χάρολντ Πρινς]…

Ο Fred Astaire [Φρεντ Αστέρ] και η Ginger Rogers [Τζίντζερ Ρότζερς] στο “Cheek to Cheek”…

Το χορευτικό νούμερο “America” [«Αμερική»] από την κινηματογραφική εκδοχή του West Side Story [Ιστορία…

Οι χορεύτριες της αίθουσας Fandango στο “Big Spender” [«Ψιτ, άρχοντα!»] από το Sweet Charity [

Ο θίασος της γαλλόφωνης παραγωγής των Αθλίων [Les Misérables], σε σκηνοθεσία Ladislas Chollat…

“Jellicle Songs for Jellicle Cats” [«Τζέλλικλ τραγούδια για Τζέλλικλ γάτες»]: η εναρκτήρια σκηνή της κινηματογραφημένης…

Η Catherine Deneuve [Κατρίν Ντενέβ] και ο Nino Castelnuovo [Νίνο Καστελνουόβο] στο “Je ne pourrai…

Το χορευτικό νούμερο “Dola Re Dola” [«Λικνίσου»] από το Devdas [Ντεβντάς] (2002) του…

Απόσπασμα από την πρεμιέρα του Πο νο ιτσιζόκου [Pō no Ichizoku / Η οικογένεια…

Αποσπάσματα από τη θεατρική διασκευή του κινηματογραφικού μιούζικαλ Γοργόνες και μάγκες (1968) του Γιάννη Δαλιανίδη,…

Το χορευτικό νούμερο “We Go Together” [«Πάμε παρέα»] από το Grease: Το πάρτυ αρχίζει…,…

Η Άννα Βίσση στον ρόλο της Πολωνοεβραίας Mala Zimetbaum [Μάλας Ζίμετμπαουμ] στο Μάλα, η μουσική…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Αφίσα του Dudley Hardy [Ντάντλεϋ Χάρντυ] για τη μουσική κωμωδία A Gaiety Girl [Ένα…

Χορευτικό νούμερο των Ziegfeld Follies [Ζήγκφελντ Φόλλις] του Florenz Ziegfeld [Φλόρενς Ζήγκφελντ], Νέα Υόρκη, δεκαετία…

Αφίσα της αμερικανικής διανομής του κινηματογραφικού μιούζικαλ An American in Paris [Ένας Αμερικανός στο…

Η Μαριάννα Τόλη στον ομώνυμο ρόλο του μιούζικαλ Irma la Douce [Γλυκειά μου Ίρμα

βασική

Billard, G. (1964). Jacques Demy and his other world. Film Quarterly, 18(1), 23-27.

Burston, J. (1998). Theatre space as virtual place: Audio technology, the reconfigured singing body, and the megamusical. Popular Music, 17(2), 205-218.

Chion, M. (2008). Το μιούζικαλ (Μ. Γαβαλά, Μτφρ.). Αθήνα: Πατάκης. (Πρωτότυπος τίτλος: La comédie musicale)

Heldt, G. (2013). Music and levels of narration in film: Steps across the border. Bristol: Intellect.

Hill, R. (2005). Donkey Skin (Peau d'âne). Film Quarterly, 59(2), 40-44.

Hill, R. (2008). The New Wave meets the tradition of quality: Jacques Demy's The Umbrellas of Cherbourg. Cinema Journal, 48(1), 27-50.

Kowalke, K. H. (2013). Theorizing the golden age musical: Genre, structure, syntax. Gamut: Online Journal of the Music Theory Society of the Mid-Atlantic, 6(2), Άρθρο 6.

Mizejewski, L. (1987). Women, monsters, and the masochistic aesthetic in Fosse's Cabaret. Journal of Film and Video, 39(4), 5-17.

Petrie, G. (1971). Jacques Demy [Συνέντευξη]. Film Comment, 7(4), 46-53.

Platt, L., & Becker, T. (2013). Popular musical theatre, cultural transfer, modernities: London/Berlin, 1890-1930. Theatre Journal, 65(1), 1-18. doi.org...

Rodosthenous, G. (Επιμ.). (2017). The Disney musical on stage and screen: Critical approaches from 'Snow White' to 'Frozen'. London: Bloomsbury Methuen Drama.

Shedde, M. (2006). Bollywood cinema: Making elephants fly. Cineaste, 31(3), 24-29.

Van der Merwe, A. (2010). Music, the musical, and postmodernism in Baz Luhrmann's Moulin Rouge. Music and the Moving Image, 3(3), 31-38.

Παπαδημητρίου, Λ. (2009). Το ελληνικό κινηματογραφικό μιούζικαλ. Αθήνα: Παπαζήσης.

Παπαδημητρίου, Σ. (1994). Leonard Bernstein: Τζαζ και κλασική, Δυτικές Συνοικίες, Παραπομπές και συνειρμοί. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.

Σειραγάκης, Μ. (2009). Το ελαφρό μουσικό θέατρο στη μεσοπολεμική Αθήνα: Τόμ. Α΄. Τα γεγονότα και τα ζητήματα. Αθήνα: Καστανιώτης.

συμπληρωματική

Banfield, S. (2005). Popular musical theatre (and film). Στο M. Cooke (Επιμ.), The Cambridge companion to twentieth-century opera (σσ. 291-305). Cambridge: Cambridge University Press.

Bordman, G. (2001). American musical theatre: A chronicle (3η έκδ.). New York: Oxford University Press.

Cullen, F., Hackman, F., & McNeilly, D. (2006). Musical comedy. Στο Vaudeville old and new: An encyclopedia of variety performers in America. New York: Routledge.

Everett, W. A., & Laird, P. R. (Επιμ.). (2008). The Cambridge companion to the musical (2η έκδ.). Cambridge: Cambridge University Press.

Kennedy, M., & Kennedy, J. B. (1996). Musical comedy. Στο The Oxford dictionary of music (σσ. 581-582). Oxford: Oxford University Press.

Lamb, A. (2000). 150 years of popular musical theatre. New Haven & London: Yale University Press.

Machlis, J., & Forney, K. (1996). Η απόλαυση της μουσικής (Δ. Πυργιώτης, Μτφρ.). Αθήνα: Fagotto Books.

Mordden, E. (2013). Anything goes: A history of American musical theatre. New York: Oxford University Press.

Trapido, J. (Επιμ.). (1985). An international dictionary of theatre language. Westport, CT: Greenwood Press.

Αλεξιάδης, Μ. Ι. (2010). Ο μαγικός αυλός του Ορφέα: Δέκα μελετήματα για την όπερα και το μουσικό θέατρο. Αθήνα: Παπαζήσης.

Νίκα-Σαμψών, Ε. (1999). Μιούζικαλ. Στο Θέατρο, μουσική, χορός, κινηματογράφος (Ελληνική εκπαιδευτική εγκυκλοπαίδεια, Τόμ. 30, σσ. 226-227). Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. μιούζικαλ. Ανακτήθηκε από https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/μιούζικαλ

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «μιούζικαλ». Ανακτήθηκε 24 October 2026. https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/μιούζικαλ.

MLA

«μιούζικαλ». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 24 October 2026, https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/μιούζικαλ.

1344