Thymele Logo
Search

υπερεπιθεώρηση [ουσ. θηλ.]

Articles Icon 1
Videos Icon 4
Videos Icon 4
[1]

Ορισμός

Μορφή επιθεώρησης στην οποία το θέαμα υπερισχύει της σάτιρας, με κύρια εκφραστικά μέσα την πολυτελή σκηνογραφία και ενδυματολογία, το πολυπληθές σώμα μπαλέτου και τα φαντασμαγορικά ταμπλώ, που αποσκοπούν στον εντυπωσιασμό του κοινού.

Ανάπτυξη

Η υπερεπιθεώρηση αποτελεί την εκδοχή της επιθεώρησης στην οποία το θέαμα υπερισχύει του λόγου και της πολιτικής σάτιρας. Η σπονδυλωτή δομή του είδους διατηρείται, αλλά η συνοχή της παράστασης στηρίζεται λιγότερο στον σχολιασμό της επικαιρότητας και περισσότερο σε μια διαδοχή εικόνων που κλιμακώνεται έως το φινάλε. Κύρια εκφραστικά μέσα αποτελούν η πολυτελής σκηνογραφία και ενδυματολογία, τα φαντασμαγορικά ταμπλώ, τα σκηνικά εφέ και το πολυπληθές σώμα μπαλέτου με τις συγχρονισμένες χορογραφίες του. Στα χαρακτηριστικά μοτίβα του είδους ανήκουν η μεγάλη σκάλα, από την οποία κατέρχεται η βεντέτα στο φινάλε, και τα κοστούμια με φτερά, πούλιες και στρας, συχνά σε συνδυασμό με τη μερική γυμνότητα των χορευτριών.


Το είδος διαμορφώθηκε στο Παρίσι. Από τα τέλη του 19ου αιώνα, μουσικά θέατρα όπως το Folies Bergère [Φολί Μπερζέρ] και το Casino de Paris [Καζινό ντε Παρί] αντικατέστησαν την ετήσια σατιρική ανασκόπηση με τη revue à grand spectacle [υπερεπιθεώρηση]. Κατά τον Μεσοπόλεμο, ο Paul Derval [Πωλ Ντερβάλ] στο Folies Bergère και ο Léon Volterra [Λεόν Βολτερρά] στο Casino de Paris ανέβαζαν πολυδάπανες παραγωγές με πλήθος κοστουμιών και διαδοχικές εναλλαγές σκηνικών. Ο σχεδιαστής Erté [Ερτέ] μετέφερε με τα κοστούμια και τα σκηνικά του την αισθητική του αρ-ντεκό στη σκηνή της επιθεώρησης. Ήδη στον Μεσοπόλεμο, η παρισινή κριτική, με εκπρόσωπο τον Gustave Fréjaville [Γκυστάβ Φρεζαβίλ], καταλόγιζε στη συσσώρευση εντυπωσιακών εφέ απώλεια νοήματος. Μεταπολεμικά, το Lido [Λιντό], με το μπαλέτο των Bluebell Girls [Μπλούμπελ Γκερλς], και το Moulin Rouge [Μουλέν Ρουζ] διατήρησαν το είδος ως διεθνές τουριστικό θέαμα.


Από το Παρίσι το πρότυπο διαδόθηκε διεθνώς. Στη Νέα Υόρκη, οι Ziegfeld Follies [Οι τρέλες του Ζήγκφελντ] του Florenz Ziegfeld [Φλόρεντς Ζήγκφελντ] καθιέρωσαν την αμερικανική εκδοχή του είδους. Από το 1915 τα σκηνικά τους υπέγραφε ο Joseph Urban [Τζόζεφ Ούρμπαν], και στο επίκεντρο βρισκόταν η εξιδανικευμένη προβολή του γυναικείου σώματος. Στο Βερολίνο της δεκαετίας του 1920, ο Hermann Haller [Χέρμαν Χάλλερ] στο Admiralspalast και ο Erik Charell [Έρικ Σαρέλ] στο Großes Schauspielhaus ανέβασαν τις λεγόμενες Ausstattungsrevuen, με μπαλέτα όπως οι Tiller Girls [Τίλλερ Γκερλς]. Στην Ιταλία, η Wanda Osiris [Βάντα Οζίρις] καθιέρωσε την κάθοδο από τη μεγάλη σκάλα ως κορύφωση της rivista a grande spettacolo. Στο Ρίο ντε Τζανέιρο, ο Walter Pinto [Βάλτερ Πίντο] ανέβαζε στο Teatro Recreio, από το 1940 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1960, πολυδάπανες επιθεωρήσεις με μεγάλες σκάλες, εντυπωσιακό φωτισμό και πολυπληθή μπαλέτα. Στην Ιαπωνία, ο θίασος Τακαραζούκα υιοθέτησε το παρισινό πρότυπο από το 1927 και διατηρεί ως σήμερα το φινάλε με τη μεγάλη σκάλα. Ο κινηματογράφος οικειοποιήθηκε την αισθητική του είδους, ιδίως με τις καλειδοσκοπικές χορογραφίες του Busby Berkeley [Μπάσμπυ Μπέρκλεϋ] τη δεκαετία του 1930.


Στην Ελλάδα, θέαμα και σάτιρα συνυπήρχαν από την πρώτη εμφάνιση της επιθεώρησης, το 1894. Η κριτική αντιμετώπισε συχνά τα δύο στοιχεία ως αντίπαλα: θεωρούσε δευτερεύοντα όσα δεν συνδέονταν άμεσα με τον λόγο, όπως η μουσική, ο χορός, η σκηνογραφία και η ενδυματολογία, και υπερτόνιζε την αξία της κοινωνικής και κυρίως της πολιτικής σάτιρας. Στην πράξη, τα δύο στοιχεία λειτουργούσαν συμπληρωματικά. Οι θεατρικοί επιχειρηματίες ενίσχυσαν το θεαματικό σκέλος ιδίως σε περιόδους αυστηρού λογοκριτικού ελέγχου ή έντονων πολιτικών παθών, όπως μετά τα επεισόδια στο θέατρο Περοκέ τον Αύγουστο του 1931. Στόχος τους ήταν να προστατέψουν τις επιχειρήσεις τους και να ανταποκριθούν στις προτιμήσεις του ευρέος κοινού.


Ο όρος υπερεπιθεώρηση καθιερώθηκε στην Αθήνα τη δεκαετία του 1950, όταν οι μεγάλοι θίασοι επένδυσαν σε πολυπρόσωπα μπαλέτα, πολυτελή κοστούμια και διαδοχικά ταμπλώ. Η κριτική υποδέχθηκε συχνά τη μόδα αυτή με ειρωνεία. Ο ζωγράφος και σκιτσογράφος Μίνως Αργυράκης, για παράδειγμα, σχολίασε το 1959 στην εφημερίδα Ελευθερία τις «υπερεπιθεωρήσεις» της εποχής, αμφισβητώντας αν ανταποκρίνονταν στον τίτλο τους. Κατά τη δικτατορία των συνταγματαρχών, η λογοκρισία ώθησε εκ νέου το είδος προς το θέαμα και ευνόησε τις σκηνογραφικές αναζητήσεις. Από τη δεκαετία του 1980, η εμπορική επιθεώρηση ακολούθησε σε μεγάλο βαθμό το πρότυπο της υπερεπιθεώρησης, με πολυμελείς θιάσους και επαγγελματικά μπαλέτα, ιδίως στα μεγάλα θερινά θέατρα «Δελφινάριο» και «Άλσος», όπου σκηνογράφοι όπως ο Νίκος Πετρόπουλος και ο Κάρολος Ρωμούσης έστηναν πολυδάπανα σκηνικά με περιστρεφόμενες σκηνές και εντυπωσιακά εφέ. Η ιστορία του είδους επιβεβαιώνει ότι θέαμα και σάτιρα αποτελούν συμπληρωματικές και όχι αντίπαλες όψεις της επιθεώρησης.

Αγγλικά
spectacular revue
Γαλλικά
revue à grand spectacle, la
Γερμανικά
Ausstattungsrevue, die
Ιταλικά
rivista a grande spettacolo, la

Σχετικοί όροι

υπερθέαμα, μιούζικαλ, επιθεώρηση πίστας, βαριετέ, βεντετισμός, κομπέρ / κομμέρ

Πεδίο εφαρμογής

• Όψις και παραγωγή
• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

"When war broke out, the London music hall was itself in the process of becoming less distinctive: the invention of the so-called 'spectacular' revue (revue à grand spectacle) was set fair to make Paris music hall the model from which producers in all foreign capitals would take their inspiration […]. It was this formula, unprecedented at the time, which was to flourish unhindered in the Paris of the Années folles. […] After the war, the constant search for lavish effects was intensified, and the profusion of colours and 'rich' materials, along with the role of the 'nude', gave primacy to visual aspects and to aural pleasure, to which all other considerations, of content as well as form, were sacrificed."


«Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, το λονδρέζικο μιούζικ χωλ έχανε κι αυτό σταδιακά τη διακριτή του φυσιογνωμία: η επινόηση της λεγόμενης "υπερεπιθεώρησης" (revue à grand spectacle) έμελλε να αναδείξει το παρισινό μιούζικ χωλ σε πρότυπο, από το οποίο θα αντλούσαν έμπνευση οι παραγωγοί όλων των ξένων πρωτευουσών […]. Ακριβώς αυτή η φόρμουλα, πρωτοφανής για την εποχή, επρόκειτο να ανθήσει ανεμπόδιστα στο Παρίσι των Années folles [Τρελών Χρόνων]. […] Μετά τον πόλεμο, η αδιάκοπη αναζήτηση πολυτελών εφέ εντάθηκε, και η πληθώρα των χρωμάτων και των "πλούσιων" υλικών, μαζί με τον ρόλο του "γυμνού", έδωσαν προτεραιότητα στο οπτικό στοιχείο και στην ακουστική απόλαυση, στα οποία θυσιάστηκε κάθε άλλη μέριμνα, τόσο περιεχομένου όσο και μορφής.»

Ο ιστορικός του μιούζικ χωλ Jean-Claude Klein [Ζαν-Κλωντ Κλαιν] τοποθετεί τη γένεση της υπερεπιθεώρησης [revue à grand spectacle] στο Παρίσι των παραμονών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την ακμή της στα «Τρελά Χρόνια» της δεκαετίας του 1920. Κατά τον μελετητή, η αναζήτηση πολυτελών εφέ, η πληθώρα των χρωμάτων και των υλικών και η γύμνια έδωσαν το προβάδισμα στο οπτικό και ακουστικό θέλγητρο, εις βάρος του περιεχομένου. Το απόσπασμα τεκμηριώνει έτσι το κύριο γνώρισμα της υπερεπιθεώρησης και τον ρόλο του Παρισιού ως διεθνούς προτύπου του είδους.

Klein, J.-C. (1985). Borrowing, syncretism, hybridisation: The Parisian revue of the 1920s (J. B. Jones, Μετ.). Popular Music, 5, 175–187, σσ. 177–178.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Διαφημιστική ταινία της British Pathé (1930) για την επιθεώρηση του Folies Bergère [Φολί Μπερζέρ], που…

Προωθητικό βίντεο (2021) της Féerie [Μαγεία], της υπερεπιθεώρησης που παρουσιάζει από το 1999…

Τηλεοπτικό απόσπασμα της δεκαετίας του 1960: η Wanda Osiris [Βάντα Οζίρις] κατέρχεται τη μεγάλη σκάλα…

Πλάνα από την πρεμιέρα (20 Ιουνίου 2024) της υπερεπιθεώρησης Le Grand Escalier [Η μεγάλη…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Ο τελευταίος ζωντανός πίνακας του Ben Ali Haggin [Μπεν Άλυ Χάγκιν] για το Ziegfeld Midnight…

Αφίσα του Charles Gesmar [Σαρλ Ζεσμάρ] για τη Mistinguett [Μιστενγκέτ] (1922). Ο Gesmar (1900 –…

Ταμπλώ από μία από τις πρώτες υπερεπιθεωρήσεις του Walter Pinto [Βάλτερ Πίντο] στο Teatro Recreio…

Σκίτσο του Μίνου Αργυράκη από το δημοσίευμά του «Σαββατόβραδο σὲ "Ὑπερεπιθεώρησι"», με την πρωτότυπη λεζάντα…

βασική

Bordman, G. (1985). American musical revue: From The Passing Show to Sugar Babies. New York: Oxford University Press.

Carter, R. & Cole, R. R. (1992). Joseph Urban: Architecture, theatre, opera, film. New York: Abbeville Press.

Castle, C. (1982). The Folies Bergère. London: Methuen.

Fabre, M. (2025). Le music-hall parisien de l'entre-deux-guerres au prisme du vedettariat: L'exemple de Mistinguett au Casino de Paris. Volume!, 22(1), 51–64.

Jansen, W. (1987). Glanzrevuen der zwanziger Jahre. Berlin: Edition Hentrich.

Klein, J.-C. (1985). Borrowing, syncretism, hybridisation: The Parisian revue of the 1920s (J. B. Jones, Μετ.). Popular Music, 5, 175–187.

Mizejewski, L. (1999). Ziegfeld girl: Image and icon in culture and cinema. Durham: Duke University Press.

Mordden, E. (2008). Ziegfeld: The man who invented show business. New York: St. Martin's Press.

Paiva, S. C. de (1991). Viva o rebolado! Vida e morte do teatro de revista brasileiro. Rio de Janeiro: Nova Fronteira.

Robertson, J. (1998). Takarazuka: Sexual politics and popular culture in modern Japan. Berkeley: University of California Press.

Rubin, M. (1993). Showstoppers: Busby Berkeley and the tradition of spectacle. New York: Columbia University Press.

Γεωργακάκη, Κ. (2005). Από τη «Διονυσιακή» Λίντα Άλμα στην «αγαλματώδη» Χρυσούλα Ζώκα: Το μπαλέτο στην αθηναϊκή επιθεώρηση τη δεκαετία του 1950. Παράβασις, 6, 57–94.

Γεωργακάκη, Κ. (2013). 1894–2014: Η εφήμερη γοητεία της επιθεώρησης. Αθήνα: Polaris.

Γεωργακάκη, Κ. (2014). Σκηνογραφικές αναζητήσεις στην επιθεώρηση της δικτατορίας. Στο Ι. Πιπινιά, Α. Δημητριάδης & Ά. Σταυρακοπούλου (Επιμ.), Σκηνική πράξη στο μεταπολεμικό θέατρο: Συνέχειες και ρήξεις. Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου αφιερωμένου στον Νικηφόρο Παπανδρέου (σσ. 141–150). Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις ΑΠΘ.

Γεωργακάκη, Κ. (2015). Βίος και πολιτεία μιας γηραιάς κυρίας στην επταετία: Επιθεώρηση και δικτατορία (1967–1974). Θεσσαλονίκη: Ζήτη.

Μαράκα, Λ. (1998). Επιθεώρηση: Είδος υπό εξαφάνισιν; Στο Επίλογος 1997 (σσ. 147–159). Αθήνα: Γαλαίος.

Μαράκα, Λ. (Επιμ.). (2000). Ελληνική θεατρική επιθεώρηση 1894–1926: Τέσσερα κείμενα, τόμ. Α΄–Β΄. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Σειραγάκης, Μ. (2009). Το ελαφρό μουσικό θέατρο στη μεσοπολεμική Αθήνα, τόμ. Α΄: Τα γεγονότα και τα ζητήματα· τόμ. Β΄: Οι άνθρωποι και τα έργα. Αθήνα: Καστανιώτης.

Χατζηπανταζής, Θ. & Μαράκα, Λ. (Επιμ.). (1977). Η αθηναϊκή επιθεώρηση, τόμ. Α1. Αθήνα: Ερμής.

συμπληρωματική

Hartnoll, Ph. & Found, P. (Επιμ.). (2000). Λεξικό του θεάτρου (Ν. Χατζόπουλος, Μετ.). Αθήνα: Νεφέλη.

Lamb, A., Root, D. L. & O'Connor, P. (2001). Revue. Στο Grove Music Online. Oxford: Oxford University Press. doi.org...

Σειραγάκης, Μ. (2024). Η μουσική στο θέατρο. Στο Χ. Ξανθουδάκης, Π. Βλαγκόπουλος, Κ. Καρδάμης & Σ. Κουρμπανά (Επιμ.), Ιστορία της μουσικής στη νεώτερη Ελλάδα: Από την βασιλεία του Γεωργίου έως το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τόμ. Β΄ (σσ. 85–147). Αθήνα: Ωδείο Αθηνών.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. υπερεπιθεώρηση. Ανακτήθηκε από https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/υπερεπιθεώρηση

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «υπερεπιθεώρηση». Ανακτήθηκε 24 October 2026. https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/υπερεπιθεώρηση.

MLA

«υπερεπιθεώρηση». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 24 October 2026, https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/υπερεπιθεώρηση.

1344